Παντελής Μπουκάλας ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

Κολυμπώντας αναπόταμα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΣTAΣEIΣ

Δεν πρόκειται για αίσθηση, υποψία, εντύπωση ή υπόθεση. Πρόκειται για σιγουριά, για στέρεη βεβαιότητα, μέσα στην κολυμπήθρα της οποίας βαφτιζόμαστε σχεδόν ταυτόχρονα με τα κανονικά βαφτίσια μας. Για τη βεβαιότητα ότι πάντα μας αδικούν – σαν άτομα, τον καθέναν ξεχωριστά, αλλά και σαν σύνολο, με πολλά υποσύνολα. Μας αδικούν σαν Ελληνες, οι γείτονές μας και οι εκάστοτε μεγάλες δυνάμεις. Μας αδικούν όμως, μέσα στην Ελλάδα πια, σαν Ηπειρώτες, Μακεδόνες, Κρητικούς κ.ο.κ. Και, υποσύνολο εντός υποσυνόλου, μας αδικούν μέσα στην Κρήτη σαν Ρεθυμνιώτες, Ηρακλειώτες κ.ο.κ.

Την περί αδικίας βεβαιότητα την έχουμε τραγουδήσει, την έχουμε κάνει λογοτεχνία, την έχουμε μετατρέψει σε ιδεολογία – η ιδεοληψία. Με το δικό της πρίσμα διαβάζουμε και ερμηνεύουμε την ιστορία μας, και τους μύθους ακόμη, αφότου αφανίσαμε την Τροία για να ξεπληρώσουμε την προσβολή του αδικοπραγήσαντος Πάρη. Με αυτήν σαν τεκμήριο διατεινόμαστε ότι οι πόλεμοί μας ήταν πάντα αμυντικοί, ποτέ επιθετικοί, ποτέ κατακτητικοί· κι αν κάνουμε την παραχώρηση να αποδεχτούμε μια κάποια περιστασιακή επιθετικότητα, τη χαρακτηρίζουμε εκπολιτιστική. Με αυτήν σαν άλλοθι αυτοαπαλλασσόμαστε από τα αμαρτήματα και τις αποτυχίες μας. Και με αυτήν σαν μοναδική πρώτη ύλη κατασκευάζουμε συνωμοσιολογικά σενάρια για να εξηγήσουμε σχεδόν τα πάντα – από το Κυπριακό έως το γεγονός ότι το βιβλίο ή το θεατρικό ή η τηλεοπτική εκπομπή ή το εστιατόριό μας δεν απέσπασε τον έπαινο ούτε του δήμου ούτε των σοφιστών.

Ο Σπύρος Γιαννιώτης κολυμπάει αναπόταμα σ’ αυτό το δόγμα της εις βάρος μας αδικίας. Το 2012, στους Ολυμπιακούς του Λονδίνου, τερμάτισε τέταρτος στο εξουθενωτικό αγώνισμά του. Πικράθηκε κι έκλαψε. Αντί να κρυφτεί όμως πίσω από κάποια επινοημένη αδικία που τάχα του στέρησε το μετάλλιο, ζήτησε συγγνώμη απ’ όλους εμάς που παρακολουθούσαμε νωχελικά τη μάχη του, γιατί ένιωσε ότι μας αδίκησε, με την αποτυχία του να μας προσφέρει τη χαρά για την οποία είχαμε ετοιμαστεί. Και τώρα, στο Ρίο, από τις αρχικές στιγμές της έξαψης και έως τις ήρεμες πια δηλώσεις του, η πρώτη του έγνοια ήταν να αναγνωρίσει ότι ο Ολλανδός συναγωνιστής του πρώτευσε δίκαια. Μπορεί να πίστευε και αυτός όπως όλοι όσοι παρακολουθούσαμε τον τερματισμό, όπως και οι κριτές στην πρώτη ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, ότι το χρυσό ήταν δικό του. Κατάλαβε όμως πολύ πιο γρήγορα απ’ όλους ότι έχασε «για μια χεριά». Και, ίσως με τον φόβο ότι κάποιοι (δημοσιογράφοι ή παράγοντες) θ’ άρχιζαν το τροπάριο της αδικίας, έσπευσε να μας θυμίσει πως οι κανόνες είναι κανόνες. Και να δηλώσει καθαρά και ξάστερα ότι δεν υποστηρίζει την κατάθεση ένστασης.

Τίμιος άνθρωπος ο Σπύρος Γιαννιώτης και λεβέντης, κολυμπάει ανάποδα στο ρεύμα – στο ρεύμα της εθιμικής γκρίνιας και της μη αναγνώρισης της αξίας των άλλων. Να τον φτάσουμε είναι εξαιρετικά δύσκολο. Τουλάχιστον, ας τον ακολουθούμε από μακριά.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ