ΒΙΒΛΙΟ

Ζωή από μακριά

ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΜΑΡΤΥ ΛΑΜΠΡΟΥ
Ενοικιάζεται το παρόν
εκδ. Κέδρος

Ζ​​ωή λιμνασμένη, κάτωχρη, μωλωπισμένη, ενταφιασμένη σε δρόμους χωρίς ορίζοντες. Ζωή ταγκισμένη, πνιγμένη στην αποφορά των φωταγωγών. Ζωή περισφιγμένη από ενοικιαστήρια, εκκενωμένη, με τους ενοίκους της σε άτακτη φυγή. Ζωή από μακριά, σαν τη Ζωή στο ομότιτλο της συλλογής διήγημα, που παρατηρεί το καθημερινό, απαράλλαχτο τεμάχισμα του χρόνου από το παράθυρο του λεωφορείου. Μπορεί να της μένουν ακόμα αρκετές στάσεις μέχρι το νεκροταφείο, αλλά τα λουλούδια στα χέρια της μαραίνονται πολύ πριν από το τέρμα, όπως φυλλορροούν και τα όνειρά της από τη λίστα, όπου από μικρή τα καταχώριζε. «Και δεν μπορούσε να βάλει ένα καινούργιο». Οπουδήποτε και αν πήγαινε, δεν υπήρχε θάλασσα να τη βγάλει από τη μιζέρια. «Κάθε Παρασκευή θα ξεκλείδωνε την πόρτα της κι ύστερα θα ήταν Δευτέρα».

Οι ήρωες της Μάρτυς Λάμπρου σπαράζουν από τον πόθο της αποδημίας. Ενοικιάζουν το παρόν για να μετοικήσουν στο μέλλον της φυγής τους. Η Γκαλίνα από την Τιφλίδα υπέφερε από νόστο, το μόνο ταξίδι που λαχταρούσε ήταν η επιστροφή στον τόπο, όπου η μητέρα της τη νανούριζε καλοπιάνοντας με ξόρκια αγαθά πνεύματα. Οι πολυκατοικίες της Αθήνας «έμοιαζαν με στόματα που τη χλεύαζαν». «Προχωρούσε στο πεζοδρόμιο. Αυτό το σκηνικό το ένιωθε σαν δέρμα φιδιού. Λείο και παγερό». Στην τελευταία, ωστόσο, φράση ένας αέρας τη σήκωσε από την άσφαλτο της Πατησίων και τότε η Γκαλίνα αντίκρισε από το αιφνίδιο ύψος, στο βάθος, «γαλαζωπό τον μακρινό Καύκασο». Το κορίτσι που ταξιδεύει με τρένο προς μια αθέλητη ζωή με θάλασσα, φτιάχνει ιστορίες για να δώσει άλλο όνομα στην κοινοτοπία της θλίψης του. Με ψεύτικα δεινά διορθώνει την ανέμπνευστη αλήθεια της ζωής και ίσως έτσι στο τέλος του ταξιδιού να καταλήξει σε μια έκβαση οιονεί μυθιστορηματική. Να σπάσει θέλει το άθραυστο κέλυφος της πραγματικότητας και ο ήρωας στο διήγημα «Γουρούνια και μαργαριτάρια». Καθισμένος σε ένα παγκάκι της πλατείας Συντάγματος τέμνει με την κάμερά του την καθημερινή πεζότητα σε πλάνα, σκηνοθετώντας σε ένα σπονδυλωτό αφήγημα τα κλισέ που σκηνογραφούν την ύπαρξή του. Από το διαμέρισμα στην Ιπποκράτους είχε βρεθεί σε τριώροφη μεζονέτα σε προάστιο, αλλά η ζωή, καίτοι σε υψηλή ανάλυση, του διέφευγε, γλιστρούσε από πάνω του, ασχολίαστη.

Μες στην αποπνικτική, απεγνωσμένη Αθήνα οι διηγηματογραφικοί χαρακτήρες αναπολούν άλλα τοπία, είτε εγκαταλελειμμένα είτε δυνητικά, αποζητώντας γοερά την αναστολή του παρόντος. Η προσμονή χρονομετρεί τις ημέρες τους. Τα όνειρά τους διαρρέουν αναφιλητά. Διασχίζουν τον χρόνο με τον ληθαργικό βηματισμό υπνοβάτη, βουλιαγμένοι στην άλω των απαντοχών τους. Στο «Βαθύ ποτάμι» ο ήρωας ξεγελά με στίχους και «φάλτσα ρεφρέν τραγουδιών» την εμβοή του πολέμου, που αντηχεί μέσα του, ακόμα και αν η Γιουγκοσλαβία δεν πολεμά πια. Εκείνος άκουγε μες στα αυτιά του «ξανά και ξανά τα νερά του Δούναβη να θρηνούν». Και επέστρεφε στο απόκοσμο ουζερί, όπου ναυαγούσε στο χείλος του ποτηριού του, γιατί στο χωριό του τα σπίτια ήταν από καιρό αδειανά. Η ηλικιωμένη του δέκατου και τελευταίου διηγήματος είχε ξεχάσει τα πάντα, όχι όμως και τον γαμπρό που ακόμα περίμενε. Στολισμένη με νυφικά ψιμύθια, που πάνω της φάνταζαν ταφικά, πλάνταζε από τη μνήμη του αγαπημένου της. «Οταν θυμόταν, η καρδιά της φούσκωνε σαν να πρηζόταν». Μπορεί το καλό φόρεμα να λερώνεται από τα ούρα της, αλλά η προσδοκία λαμποκοπούσε πάνω της αλέκιαστη. Η έφηβη Χριστίνα, πάλι, παραδομένη σε νυκτόβιους έρωτες, λέρωνε τα μαλλιά της ξαπλώνοντας πάνω σε λασπωμένα ανθάκια.

Τα πεζά της Λάμπρου εκτυλίσσονται βραδυκίνητα σε ένα ημίφως, αποσπώντας από τη φασαρία της ζωής χαμηλόφωνα, υπόκωφα στιγμιότυπα. Αν και επιδέξια στη συγκίνηση καθώς και στο καδράρισμα του επιμέρους, η νεαρή συγγραφέας δεν κατορθώνει να ελέγξει πάντα τη ροπή στη συναισθηματικότητα, ενώ επίσης δεν αποφεύγει διδακτικούς νυγμούς. Παρ’ όλα αυτά, η σοβαρότητα που επιδεικνύει στον χειρισμό της γραφής της, υπόσχεται αρτιότερες επιτεύξεις.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ