ΑΤΖΕΝΤΑ

Τρεις συναυλίες στο 12ο Φεστιβάλ Αιγαίου

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΙΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Εναλλάξ με τις τέσσερις παραστάσεις των «Παλιάτσων» (βλ. «Καθημερινή» 24/7/2016) στο φετινό 12ο Φεστιβάλ Αιγαίου είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε αξιόλογες συμφωνικές συναυλίες με ανερχόμενους και καταξιωμένους σολίστ, πάντοτε στο Θέατρο «Απόλλων» της Σύρου, με τη νεανική ορχήστρα Pan-European Philharmonia.

Την Τρίτη 12 Ιουλίου είχαμε διπλή βραδιά κοντσέρτων. Στο πρώτο μέρος ο Νεοϋορκέζος από Ελληνα παππού Νικ Κανελάκης ερμήνευσε το κοντσέρτο για τσέλο και ορχήστρα σε ντο μείζονα του Γιόζεφ Χάιντν. Απόφοιτος της φημισμένης σχολής Κέρτις, ο Κανελάκης έδειξε ότι συνδυάζει έξοχη μουσική αντίληψη και, παρά ένα ακόμα κάπως σφιγμένο παίξιμο που εμποδίζει την παραγωγή στρογγυλότερου ήχου, εξαιρετική δεξιοτεχνία.

Σε αυτή τη συναυλία ο σολίστ έκανε και το ντεμπούτο του ως αρχιμουσικός, αντικαθιστώντας την τελευταία στιγμή τον Πήτερ Τιμπόρη. Σαφέστατη αποδείχθηκε η ικανότητά του να επικοινωνεί και να συγχρονίζει, με μία ή χωρίς δοκιμή, την ορχήστρα, η οποία βέβαια τον ακολούθησε χωρίς να φτάσει σε ουσιαστικό διάλογο μαζί του.

Στο δεύτερο μέρος ο Τσέχος βιολονίστας Πάβελ Σπορτσλ ερμήνευσε το μονάκριβο κοντσέρτο για βιολί και ορχήστρα του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν. Ο σολίστ ξάφνιασε εμφανιζόμενος με ένα βεραμάν (!) όργανο ανά χείρας, αλλά η ερμηνεία του ήταν κάθε άλλο παρά εκκεντρική· ήταν αντίθετα μια ανενδοίαστη καλλιτεχνική απόλαυση, απαύγασμα υφολογικής ορθότητας, ερμηνευτικής ακρίβειας και μουσικής ευαισθησίας. Στις καντέντσες του Κράισλερ ανέδειξε διακριτικά ένα λανθάνον βοημικό άρωμα.

Ανάλαφρη ερμηνεία

Εκτός προγράμματος ερμήνευσε ένα καπρίτσο του Παγκανίνι και την γκαβότα από την τρίτη παρτίτα του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ. Συμπτωματικά το ίδιο κομμάτι είχε ερμηνεύσει στην εαρινή αθηναϊκή συναυλία του (12 Μαΐου 2016) ο Λεωνίδας Καβάκος. Εχοντας ακόμα στη μνήμη τη βαθύτατα στοχαστική ερμηνεία του κορυφαίου Ελληνα βιρτουόζου, απολαμβάναμε τώρα την εκ διαμέτρου αντίθετη, ανάλαφρη και φευγαλέα, ερμηνεία του Σπορτσλ.

Στο κοντσέρτο του Μπετόβεν την ορχήστρα διηύθυνε υποδειγματικά ο Ιταλός Τζοβάνι Πάκορ, ο οποίος άνοιξε και τη συναυλία με την εισαγωγή «Κοριολανός» του ίδιου συνθέτη, σε μια καλοδουλεμένη ερμηνεία γεμάτη σφρίγος. Την Πέμπτη 14 Ιουλίου η νεαρή Ρωσίδα Ασίγια Κορεπάνοβα ερμήνευσε το κοντσέρτο αρ. 1 σε μι ελάσσονα, έργο 11, του Φρεντερίκ Σοπέν, σε διεύθυνση Πήτερ Τιμπόρη. Μαθήτρια μεταξύ άλλων και της Ελίσο Βιρσαλάτζε, έχει το ταυτόχρονα «μεγάλο» και ευαίσθητο ρωσικό παίξιμο· ο φλογερός και ρωμαλέα αρθρωμένος Σοπέν της ήταν εξαιρετικός. Εκτός προγράμματος έπαιξε σε δική της τερατωδώς δεξιοτεχνική μεταγραφή ένα απόσπασμα από το μπαλέτο «Ωραία κοιμωμένη» του Πιοτρ Ιλιτς Τσαϊκόφσκι.

Το Σάββατο 16, τη σκυτάλη πήρε η μεσόφωνος Κατερίνα Ρούσσου για να ερμηνεύσει, σε διεύθυνση Πήτερ Τιμπόρη, τη λυρική σκηνή (καντάτα) του Εκτόρ Μπερλιόζ «Ο θάνατος της Κλεοπάτρας», σε μια βραδιά που ξεκίνησε με μια ενδιαφέρουσα ερμηνεία της «Τραγικής εισαγωγής» του Γιοχάνες Μπραμς. Η Ρούσσου διακρίθηκε για το όμορφο ηχόχρωμα, την άρτια τεχνική και την πολύ καθαρή άρθρωση της γαλλικής γλώσσας.

Παρά μια ανεπαίσθητη αβεβαιότητα στη φραστική, απέδωσε με εξαιρετική πειθώ τα δραματικά ρετσιτατίβι, χτίζοντας την ένταση προς την εντυπωσιακή απόδοση της κεντρικής άριας «Μεγάλοι Φαραώ», ενώ το υπόλοιπο, καταληκτικό μέρος χαρακτηρίστηκε από έκρηξη και όχι αποκλιμάκωση του ενδιαφέροντος.
«Παθητική» του Τσαϊκόφσκι

Και στις δύο αυτές συναυλίες, η ορχήστρα στο δεύτερο μέρος ερμήνευσε τη συμφωνία αρ. 6, «Παθητική», του Τσαϊκόφσκι, την οποία είχε ήδη παίξει και στην εναρκτήρια συναυλία την Κυριακή 11 Ιουλίου 2016, πάντοτε υπό τη διεύθυνση του Τζοβάνι Πάκορ. (Στο πρώτο μέρος ο Πήτερ Τιμπόρης είχε διευθύνει τη Λειτουργία αρ. 10 του Χάιντν, με τη Δημοτική Χορωδία Κέρκυρας «San Giacomo» και σολίστ τους: Λυδία Ζερβάνου, Κατερίνα Ρούσσου, Ιωάννη Κάβουρα, Stanislav Chernenkov· όλοι καλοί, ο τελευταίος με γοητευτικό «σλάβικο» ηχόχρωμα.)

Η δυναμικά ρομαντική πνοή και η πολύ καλή αντίληψη της αρχιτεκτονικής του έργου υπήρξαν οι δύο πυλώνες μιας συναρπαστικής ερμηνείας, εντός των συγκεκριμένων δυνατοτήτων εκλέπτυνσης της ορχήστρας, με μια επιπρόσθετη επισφάλεια στα κόρνα. Ως τεκμήριο για τη συνολική ποιότητα της απόδοσης ας κατατεθεί ότι η εις τριπλούν ακρόαση της ίδιας συμφωνίας σε διάστημα μιας εβδομάδας υπήρξε εμπειρία κουραστική μεν, αλλά σίγουρα όχι πληκτική και σίγουρα όχι δυσάρεστη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ