ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Αγάπησε τη ζωή σου, αυτό θα πει μπιτ...

ΒΑΛΙΑ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Jack Kerouac, «Τhe Slouch Hat», 1960.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το 1944, κι ενώ ο πόλεμος στη Γηραιά Ηπειρο μαινόταν, στη Νέα Υόρκη θα συνέβαινε μια καταλυτική γνωριμία που έμελλε να επηρεάσει περισσότερο από κάθε άλλη τη λογοτεχνία της μεταπολεμικής Αμερικής, και αργότερα την Ευρώπη. Το 1944, ο Αλεν Γκίνσμπεργκ, ο Τζακ Κέρουακ και ο Ουίλιαμ Μπάροουζ συναντήθηκαν στο πανεπιστήμιο Κολούμπια. Τη γνωριμία τους οφείλουν στον Ντέιβιντ Κάμεμερ και τον Λούσιαν Καρ.

Ο Καρ, νεαρός ζεν πρεμιέ, απολάμβανε την παρέα γηραιότερων ανδρών αλλά ήταν ετεροφυλόφιλος. Ο Κάμεμερ, στα 33 του, ενθουσιάζεται με τον Καρ και τον ακολουθεί παντού, μέχρι που ένα μοιραίο βράδυ ο Καρ, αγανακτισμένος, τον μαχαιρώνει και πανικοβλημένος πετάει το πτώμα στο ποτάμι. Στη συγκάλυψη στοιχείων εμπλέκονται ο Μπάροουζ και ο Κέρουακ – μέχρι τελικά ο Καρ να παραδοθεί μόνος του στην αστυνομία.

Ο Μπάροουζ γλιτώνει τη «στενή», ενώ ο Κέρουακ πολύ σύντομα παντρεύεται την κοπέλα του για να πληρώσει η μητέρα της την εγγύηση ώστε να βγει από τη φυλακή.

Οταν ο Γκίνσμπεργκ τον φιλοξενεί, το Κολούμπια τον διώχνει λόγω συγχρωτισμού με μια persona non grata και για να αποφύγει σύγκρουση με τις Αρχές, επιλέγει να κλειστεί σε ψυχιατρείο για θεραπεία της ομοφυλοφιλίας του.

Σήμερα, για πρώτη φορά στην Ευρώπη, το Παρίσι θυμάται τους μπίτνικς.

Στην έκθεση «The Beat Generation» του κέντρου Πομπιντού υμνείται αυτή η τρελή, αλλόκοτη, παθιασμένη γενιά που δημιούργησε την πιο άσεμνη λογοτεχνία της εποχής της, κυνηγήθηκε γι’ αυτό, αλλά μερικά χρόνια αργότερα έγινε διάσημη, μέινστριμ, απαραίτητο ανάγνωσμα για κάθε νέο που θεωρεί τον εαυτό του έστω και λίγο ιντελέκτουαλ.

Φημισμένες φράσεις

«...Οι μόνοι που αξίζουν για μένα είναι οι τρελοί, αυτοί που τρελαίνονται για να ζήσουν, να μιλήσουν, να σωθούν, που ποθούν τα πάντα την ίδια στιγμή, αυτοί που ποτέ δεν χασμουριώνται ή δεν λένε κοινότοπα πράγματα, αλλά που καίγονται, καίγονται, καίγονται σαν τα μυθικά κίτρινα ρωμαϊκά κεριά...» Μία από τις πιο φημισμένες φράσεις του «Στο δρόμο», μυθικό μυθιστόρημα του Κέρουακ. Ο ίδιος υποστήριζε ότι το βιβλίο γράφτηκε σ’ ένα βράδυ. Η αλήθεια είναι ότι ο Κέρουακ δούλευε την ιδέα για πολλά χρόνια, αλλά η τελική μορφή του γράφτηκε σ’ ένα γιγάντιο φύλλο, χωρίς παραγράφους, κεφάλαια, μια διαρκής ροή που θυμίζει το μπιτ της τζαζ και τα πρώτα βήματα του ροκ εντ ρολ. Ετσι γεννιέται ο όρος μπιτ – και σήμερα στο Πομπιντού, στην κεντρική αίθουσα της έκθεσης, φιλοξενείται ολόκληρο το χειρόγραφο.

Ακολουθούμε τους βασικούς πρωταγωνιστές του κινήματος καθώς ξεκινούν από τη Νέα Υόρκη, ώς το Σαν Φρανσίσκο, και πάλι πίσω, κι έπειτα στο Παρίσι, περνώντας και από το Μεξικό και την Ταγγέρη. Κάθε τοποθεσία και μία αίθουσα: Η Νέα Υόρκη σηματοδοτεί το ξεκίνημα και τη βάση των μπιτ. Επικεντρωμένη στη λογοτεχνία και στη σύνδεσή της με τη μουσική, η έκθεση παρουσιάζει περιθωριακά περιοδικά της εποχής, καθώς και το φιλμ «Pull my Daisy», των Ρόμπερτ Φρανκ και Αλμπερτ Λέσλι, βασισμένο στο συλλογικό ποιητικό έργο των Γκίνσμπεργκ, Κέρουακ και Κάσαντι. Επιπλέον, εκτίθενται ορισμένοι πίνακες του Κέρουακ.

Ο Κάσαντι, ερωτικό αντικείμενο του πόθου του Γκίνσμπεργκ και σημείο έμπνευσης του Κέρουακ, καταλαμβάνει σημαντική θέση στο αλαφιασμένο χρονικό τού «Στο δρόμο». Στα ταξίδια των πρωτεργατών του μπιτ προς την Ανατολική Ακτή βασίζεται η δεύτερη αίθουσα της έκθεσης. Φωτογραφίες, ιστορικά κείμενα, χειρόγραφα, μαγνητοφωνημένα ποιήματα δίνουν την εικόνα ενός ρεύματος που πλέον έχει δυναμική βάση.

Λογοκριμένα κείμενα

Το μυθικό βιβλιοπωλείο δέχεται να προβάλει τα λογοκριμένα κείμενα των πρωτεργατών του μπιτ, αψηφώντας τον κίνδυνο της εποχής: μετά τον κομμουνισμό, το κυνήγι μαγισσών στρέφεται στην ομοφυλοφιλία.

Και από την Καλιφόρνια, περνάμε στο Μεξικό, ονειρική τοποθεσία για τους μπιτ, ρομαντικό και σκοτεινό, βίαιο και ερωτικό, η δεύτερη πατρίδα τους. Η Ταγγέρη γίνεται διάσημη μέσα από το «Γυμνό γεύμα» του Μπάροουζ, του ασυνάρτητου για κάποιους, ευφυές για άλλους έργου, που βασίζεται στην παραμονή του συγγραφέα στο ξενοδοχείο Muniria το 1954. Στην έκθεση παρατηρούμε κυρίως την επιρροή του Πολ Μπόουλς στη μουσική τρανς, ενώ από την άλλη μαθαίνουμε πως εκεί γνώρισε ο Κέρουακ την πρακτική του φωτομοντάζ. Και όχι άδικα, η τελευταία τοποθεσία που παρουσιάζει η έκθεση είναι το Παρίσι.

Περισσότερο από την Ταγγέρη, στο Παρίσι ήταν που η μπιτ γενιά εκτινάχθηκε, ανάμεσα στο 1957-1960. Το Rachou Hotel, γνωστό αργότερα ως Μπιτ Χοτέλ, βρισκόταν μόλις μερικά βήματα από τον εκδοτικό οίκο Olympia, ό,τι πιο κοντινό σε εκδότη των μπιτ.

Η τεχνική του cut-up, δηλαδή το κόψιμο και ράψιμο φράσεων προς αναζήτηση διαφορετικών νοημάτων εξελίχθηκε στο Παρίσι και το μαχαίρι του Μπρίον Γκίσιν βρίσκεται στη βιτρίνα εδώ, όπως και η γραφομηχανή του Μπάροουζ. Εδώ έγραψε ο καλτ ποιητής Γκρέγκορι Κόρσο το «Gasoline» και το έστειλε στο City Lights στο Σαν Φρανσίσκο.

Στους τοίχους παρελαύνουν φωτογραφίες του Κόρσο στο μικροσκοπικό δωμάτιο από τον Αγγλο φωτογράφο Χάρολντ Τσάπμαν. Μαζί τους τα δεκάδες καρέ του Γκίνσμπεργκ, πορτρέτα των συνοδοιπόρων του με μικρές χειρόγραφες λεζάντες. Και μια αναπαράσταση του δωματίου 25 που καταλάμβανε ο Γκίσιν. Σημείωση: Το παρατημένο ξενοδοχείο, έμβλημα της ντεκαντάνς, έχει μεταμορφωθεί σε 4στερο κατάλυμα...

Μπορώ να παρουσιάσω εδώ μόνο μερικά από τα ευρήματα της πλούσιας έκθεσης. Τελικά, όμως, μεγαλύτερη σημασία έχει η συνολική εικόνα, η ακαταμάχητη γοητεία των «bohos», το έργο των οποίων συνεχίζει να είναι επίκαιρο μέχρι σήμερα. Ας μην ξεχνάμε ότι η τζαζ και το ροκ εντ ρολ ήρθαν ακριβώς μετά, ενώ οι χίπις, με το φιλειρηνικό μότο τους «Κάντε έρωτα όχι πόλεμο», διαμορφώθηκαν μέσα από τη νιχιλιστική κουλτούρα του μπιτ.

Ενάντια σε κάθε κατεστημένο, οι μπίτνικς προσπάθησαν να απελευθερωθούν από την υλική φυλακή, τους γιάπις, τη διαφήμιση και το αμερικανικό όνειρο. «Ολη η ζωή είναι μια ξένη χώρα», γράφει ο Κέρουακ, προσπαθώντας να αγγίξει την ύπαρξή του. «Αυτό θα πει μπιτ. Ζήσε τη ζωή σου; Οχι, αγάπησε τη ζωή σου. Οταν θα ’ρθουν να σε πετροβολήσουν, τουλάχιστον δεν θα ’χεις γυάλινο σπίτι, θα ’χεις μονάχα το γυάλινο κορμί σου».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ