ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Μια πασαρέλα της ίδιας της ιστορίας μας στο ΜΟΜΑ

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΟΥΡΝΑΡΑ

Το λευκό μπλουζάκι του Μάρλον Μπράντο επιζεί μέχρι τις ημέρες μας (αριστερά). Ο Τζέιμς Ντιν με τζιν, ένα ρούχο που θα φοριέται και τον 21ο αιώνα (δεξιά).

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οι New York Times θέτουν τo ερώτημα με ευθύτητα και τόλμη: αν όλα τα μεγάλα διεθνή μουσεία έχουν αγκαλιάσει τη μόδα ως μια μορφή τέχνης, τότε γιατί το ΜΟΜΑ χρειάστηκε 72 ολόκληρα χρόνια για να οργανώσει μια σπουδαία έκθεση για τα ρούχα και τα αξεσουάρ; Το πρώτο αφιέρωμα του μουσείου που εστίαζε στα ενδύματα έγινε το 1944, δηλαδή εν μέσω Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Και το αμέσως επόμενο θα είναι τον Οκτώβριο του 2017 με τον σέξι τίτλο «Είναι η μόδα μοντέρνα;».

Την απάντηση δίνει η επιμελήτρια της πολυαναμενόμενης έκθεσης Πάολα Αντονέλι στους ΝΥΤ: «Τι να κάνουμε; Είμαστε μουσείο και τα πράγματα χρειάζονται περισσότερο καιρό για να γίνουν». Συνέχισε την επιχειρηματολογία της λέγοντας ότι η εφήμερη φύση αυτού του δημιουργικού τομέα, προκαλούσε στο ΜΟΜΑ ένα είδος αμηχανίας. Αναζητώντας να εντάξει στις συλλογές του το κλασικό, δεν τολμούσε να προσεγγίσει την υψηλή (ή τη «χαμηλή») ραπτική.

Βέβαια, οι καιροί έχουν αλλάξει και το εμβληματικό νεοϋορκέζικο μουσείο γνωρίζει ότι μια έκθεση με αυτό το θέμα θα γνώριζε τεράστια επιτυχία, όπως έχει συμβεί παλαιότερα σε γαλλικά μουσεία ή πιο πρόσφατα στο Μητροπολιτικό, όπου θριάμβευσε ένα αφιέρωμα για τη μόδα και την Κίνα ή μια σπουδαία έκθεση για τη δουλειά του πρόσφατα χαμένου Αλεξάντερ Μακουίν. Ακόμη και στην Ατλάντα έγινε κάτι αντίστοιχο με μια ατομική της Ολλανδέζας σχεδιάστριας Iris Van Herpen που χρησιμοποιεί την τελευταία λέξη της τεχνολογίας στις κολεξιόν της.

Πώς θα κερδίσει το ΜΟΜΑ τον χαμένο χρόνο; Η έκθεση «Is Fashion Modern;» φέρνει στον αφρό 99 ξεχωριστά αντικείμενα που θεωρούνται επιδραστικά για τη μόδα του τελευταίου αιώνα: από το little black dress της Κοκό Σανέλ μέχρι τα λευκά μπλουζάκια και τα τζιν 501 που φορούσαν ο Μάρλον Μπράντο και ο Τζέιμς Ντιν, αλλά και τα ρολόγια Casio με την ηλεκτρονική οθόνη και τα wrap φουστάνια της Ντάιαν Φον Φίστενμπεργκ. Το νέο στοιχείο δεν θα είναι η επιλογή των οροσήμων αλλά η καταγραφή της εξέλιξής τους: στις προθήκες θα παρουσιάζονται «οικογένειες αντικειμένων» με τους «προγόνους» και τους «απογόνους».

Οσο και αν δεν το περιμένει κανείς, το ΜΟΜΑ αποφάσισε να μην εστιάσει τόσο στους παλιούς σχεδιαστές και τη φαντασία τους όσο στα ίδια τα αντικείμενα μέσα από το πρίσμα της χρηστικότητας, της παγκόσμιας οικονομίας, της αισθητικής, της ταυτότητας. Βάζει τη μόδα σε άλλο επίπεδο: αυτό της ταύτισής της με το zeigeist, το πνεύμα του καιρού. Θα υπάρχει το αρχέτυπο, το στερεότυπο και το σύγχρονο. Και για να μην αφήσει τους ντιζάινερς εντελώς έξω από τον χορό, θα καλέσει κάποιους να παρουσιάσουν ένα δείγμα της δουλειάς τους βασισμένο στα αντικείμενα.

Η προετοιμασία της έκθεσης δεν είναι μικρή υπόθεση για ένα μουσείο που δεν διαθέτει ανάλογη εμπειρία στο πεδίο. Ηδη έχει συγκροτήσει μια επιτροπή από ανθρώπους που έχουν σχέση με τη μόδα και έχουν επιλεγεί πάνω από 300 αντικείμενα, από τα οποία θα φτάσουμε στα κορυφαία 99. Και παρότι θα χρειαστεί να περιμένουμε πάνω από έναν χρόνο για να δούμε ποια μπήκαν στην τελική κατάταξη, τα έντυπα που ασχολούνται με τη μόδα έχουν ήδη αρχίσει να γράφουν με ανυπομονησία για την έκθεση.

Η Αντονέλι υπογραμμίζει ότι η ιδέα ξεκίνησε από τον επικεφαλής Γκλεν Λόουρι, ο οποίος την προέτρεψε να εμπλουτίσει τις μόνιμες συλλογές του μουσείου και με ενδύματα. Τότε αντιλήφθηκαν ότι η αφήγηση που «κλείνει» ένα λευκό μπλουζάκι είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτήν που φαντάζεται κανείς. Αρχισαν να σκέφτονται πως η μόδα δεν θα παρουσιαστεί ως ένα επίτευγμα της υψηλής ραπτικής όπου συχνά υπάρχει ένα μονάχα ρούχο που το φορά το μοντέλο σε επίδειξη, αλλά ως παραγωγή ενός δημοφιλούς αντικειμένου που σμίλεψε το γούστο εκατομμυρίων ανθρώπων. Κοντολογίς, έγινε «πύλη εισόδου» στην αφήγηση των συμβάντων του αιώνα που πέρασε, μια πασαρέλα της ίδιας της ιστορίας μας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ