ΠΟΛΗ

Οθωμανικοί θόλοι πάνω στο βυζαντινό τείχος – Η ξεχωριστή ιστορία του Ιμαρέτ στην Καβάλα

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΟΥΡΝΑΡΑ

Το πρώτο τμήμα του συγκροτήματος του Ιμαρέτ είχε χτιστεί μέχρι και το 1813, δαπάναις του Καβαλιώτη ηγεμόνα της Αιγύπτου Μεχμέτ Αλί.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η σκεπή είναι μια παράταξη από μολύβδινους τρούλους, σαν μια σύναξη από τεράστιες χελώνες με υπεραιωνόβια γκρίζα καύκαλα, που κοιμούνται με κρυμμένα τα κεφάλια τους. Μαλακές καμπύλες υπάρχουν και αλλού: σε όλα τα δωμάτια και τα περάσματα από τη μια αυλή στην άλλη, η τεθλασμένη κυριαρχεί και φτιάχνει έναν ρυθμό από συνημίτονα. Μέσα στους περίκλειστους κήπους, οι συνεχόμενοι θόλοι δημιουργούν ένα κύμα που καταπραΰνει τον εσώτερο εαυτό. Είναι μητρικές κοιλότητες ανάμεσα στη γη και τον ουρανό.

Εξωτερικά, από την πλευρά της θάλασσας, το Ιμαρέτ, επάνω στο παλιό βυζαντινό τείχος της Καβάλας, δείχνει ένα συμπαγές σύνολο, αδιάρρηκτα προστατευτικό για τους ενοίκους. Εχει γυρίσει την πλάτη στα αδιάκριτα μάτια. Κανείς δεν μπορεί να μαντέψει τι συμβαίνει στο εσωτερικό του, όπως άλλωστε σε κάθε κτίσμα οθωμανικής αρχιτεκτονικής που σέβεται τον εαυτό του. Και έτσι θα έπρεπε να είναι για έναν χώρο του οποίου ο προορισμός ήταν η διδασκαλία του Κορανίου και των γραμμάτων, ο πνευματικός στοχασμός αλλά και η σίτιση των απόρων. Παρότι το οίκημα κατασκευάστηκε στην εποχή του οθωμανικού μπαρόκ, όπου η επίδραση της Δύσης ήταν δεδομένη στην Ανατολή, κρατά αναλλοίωτες τις βασικές αρχές αυτής της αρχιτεκτονικής.

Πάντως, αυτή την εσωστρεφή εικόνα του από τη θάλασσα θα αντίκρισε και ο κτήτοράς του, ο Μεχμέτ Αλί, όταν επισκέφθηκε την πατρογονική Καβάλα, 40 χρόνια μετά την εγκατάστασή του στην Αίγυπτο. Στις 16 Αυγούστου του 1846, από το ντεκ ενός ατμόπλοιου που κατέπλευσε από την Κωνσταντινούπολη, ο ιδρυτής της τελευταίας βασιλικής δυναστείας της χώρας του Νείλου θα πρέπει να χάιδεψε το μούσι του με ικανοποίηση. Αν και ήταν μακριά όλα αυτά τα χρόνια, τα πάντα είχαν γίνει όπως επιθυμούσε. Ο ίδιος μεγάλωσε στερημένος από τα προνόμια της εκπαίδευσης, όμως οι συμπολίτες του θα είχαν την ευκαιρία να αποκτήσουν ένα ίδρυμα που θα φρόντιζε για τη μόρφωσή τους. Ως επιτυχημένος ηγεμόνας ενός τόπου μακρινού, άπλωνε ακόμα την ακτινοβολία του στο μέρος όπου γεννήθηκε.

Δαπάναις του, ανεγέρθηκε σταδιακά από το 1808 μέχρι και το 1821 –όταν οι Ελληνες θα ξεσηκώνονταν εναντίον των Οθωμανών– ένα ολόκληρο συγκρότημα με μεντρεσέ (ιεροδιδασκαλείο), μεκτέμπ (πρωτοβάθμιο σχολείο), 60 κελιά για τους σπουδαστές και ένα ιμαρέτ, το μαγειρείο όπου φρόντιζε για τον επισιτισμό τους. Τα ευεργετικά του γεύματα χαίρονταν και οι άποροι, καθώς και οι ταξιδιώτες, από το 1842 και μετά. Ο Βρετανός George Frederick Abbott το επισκέφθηκε το 1901 και έγραψε πως είναι «ένα παράξενο ίδρυμα, μια διασταύρωση σχολείου και μαγειρείου». Σέρβιραν σούπα, ρύζι και ζερντέ, ένα πιλάφι αρωματισμένο με σαφράν. Οι προμήθειες των τροφίμων κατέφταναν από την Αίγυπτο, καθώς ο Μεχμέτ Αλί φρόντιζε για τον «ομφάλιο λώρο» με το ίδρυμα, το οποίο είχε προικοδοτήσει και με τις φορολογικές προσόδους από το νησί της Θάσου. Αυτό που εντυπωσίασε τον Βρετανό ήταν η βιβλιοθήκη «που άξιζε όσο χίλια καζάνια ρύζι και έναν ωκεανό καφέ». Διέθετε σπανιότατες εκδόσεις με οθωμανικά, τουρκικά και περσικά χειρόγραφα, από τον 12ο αιώνα. Κάποιοι φοβούνται ότι οι Βούλγαροι, στων οποίων τα χέρια έπεσε αργότερα η πόλη, πήραν αυτόν τον θησαυρό, αλλά μια προσεκτικότερη έρευνα αφήνει την ελπίδα ότι ήδη από τη δεκαετία του 1820 και την ένταση ανάμεσα στους Ελληνες και τους Τούρκους, οι Αιγύπτιοι φρόντισαν να τον μεταφέρουν στο Κάιρο.

Προσωρινό κέλυφος

Εναν αιώνα αφότου έφυγαν τα κιβώτια με τα βιβλία για τη Βόρεια Αφρική, ένα κύμα απελπισμένων εκτοπισμένων Ελλήνων έφτανε από τη Μικρά Ασία στην Καβάλα. Το Ιμαρέτ, ενσωματωμένο πια στη νέα ελληνική επικράτεια, έγινε το προσωρινό κέλυφος μέσα στο οποίο βρήκαν στέγη οι πρόσφυγες. Οι τελευταίες οικογένειες έφυγαν πια στη δεκαετία του 1960, και έκτοτε ξεκίνησε μια άλλη εποχή για το ίδρυμα του Μεχμέτ Αλί: μια από τις αυλές έγινε ταβέρνα, κάποια κελιά μετετράπησαν σε αποθηκευτικούς χώρους, μέρη από τις μολύβδινες σκεπές ξηλώθηκαν από επιτήδειους μαζί με τις οθωμανικές ημισελήνους που δέσποζαν στους τρούλους. Μετά τη δόξα, το οικοδόμημα ζούσε την παρακμή του και το μόνο που το έσωζε ήταν το γερό του σκαρί.

Το μόνο; Σίγουρα όχι. Την τελική απόφαση για τη σωτηρία του και την αποκατάστασή του πήρε η Αννα Μισσιριάν στα μέσα της δεκαετίας του ’90. Γεννημένη και μεγαλωμένη στην Καβάλα, έκανε στην πόλη της ένα δώρο. Μίσθωσε το Ιμαρέτ από την αιγυπτιακή κυβέρνηση, καθώς αποτελεί ακόμα τμήμα της βακουφικής περιουσίας στην Ελλάδα. Το χάρισμά της δεν ήταν το απαιτούμενο πείσμα που χρειάστηκε για να έχει θετική έκβαση η διαπραγμάτευση, αλλά ότι μπόρεσε μέσα σε αυτό το κτίριο, που είχε γνωρίσει κάθε μορφής ασέβεια, να δει ξανά τη λαμπερή, αξιοπρεπή χάρη του. Πίσω από τα μπάζα, κάτω από τα σκουπίδια, αναδύθηκε ένα εκπληκτικό μνημείο ύστερα από 22 μήνες εντατικής δουλειάς. Η Μισσιριάν δεν πτοήθηκε ούτε από το τεράστιο κόστος ούτε από τις μεγάλες δυσκολίες που αντιμετώπισε. Και από το 2004 και μετά, λειτουργεί ως μια υποδειγματική μικρή ξενοδοχειακή μονάδα. Σίγουρα, αν το έβλεπε ο Μεχμέτ Αλί, θα ξαναέτριβε το μούσι του με ικανοποίηση. Διότι αν και μουσουλμάνος, θα χαιρόταν που μια γυναίκα (έστω χριστιανή) φέρθηκε στο μνημείο με μητρική τρυφερότητα.

ΤΗΛΕΦΟΣ

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 

 Πτυχές 
 

Δείτε τις διαδρομές του Ν. Βατόπουλου στο διαδραστικό χάρτη