Θοδωρής Γεωργακόπουλος ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Είμαστε όλοι σκλάβοι του σιταριού

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Το 1940, στην πρώτη του ομιλία στη Βουλή των Κοινοτήτων ως πρωθυπουργός, ο Γουίνστον Τσόρτσιλ υποσχέθηκε “αίμα, μόχθο, δάκρυα κι ιδρώτα”. Η δουλειά του δεν ήταν η τυπική δουλειά ενός πρωθυπουργού, γιατί η χώρα του βρισκόταν σε πόλεμο, και μάλιστα στο μεγαλύτερο πόλεμο όλων των εποχών. Πέντε χρόνια παρά πέντε ημέρες αργότερα, ο Τσόρτσιλ ανακοίνωνε το νικηφόρο τέλος του πολέμου στην ίδια Βουλή. Ο φασισμός είχε καταπνιγεί, οι κακουχίες και οι απώλειες έφταναν στο τέλος τους, το μέλλον προδιαγραφόταν λαμπρό. Ο Τσόρτσιλ είχε επιδέξια οδηγήσει τη Βρετανία σε μια περήφανη νίκη, ίσως τη μεγαλύτερη της ιστορίας της. Ήταν πλέον ένας ήρωας, ένα παγκόσμιο σύμβολο.

Στις εκλογές που έγιναν μόλις δύο μήνες αργότερα, το κόμμα του Τσόρτσιλ έχασε από τους Εργατικούς του Κλεμεντ Άτλι. Με 11,5 μονάδες διαφορά.

Θα σας γράψω άλλο ένα παρόμοιο παράδειγμα και μετά θα πάμε στο δια ταύτα.

Οι ελληνικές εκλογές του 1920 έγιναν λίγους μήνες μετά την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών η οποία, μεταξύ άλλων, δημιουργούσε την “Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών”, με την προσάρτηση της Ανατολικής Θράκης, της Βόρειας Ηπείρου και των περισσότερων Δωδεκανήσων, καθώς και με την ανάθεση της διοίκησης της Σμύρνης. Ήταν μια σπουδαία διαπραγματευτική επιτυχία της κυβέρνησης Βενιζέλου σε μια εποχή που τα σύνορα των χωρών ήταν πολύ πιο ρευστά, τα κράτη της περιοχής πολύ πιο πολυεθνικά, και οι εδαφικές κτήσεις πολύ πιο σημαντικές γεωπολιτικά από ό,τι σήμερα. Η ίδια η Βουλή είχε ανακυρήξει το Βενιζέλο “ευεργέτην και σωτήρα της πατρίδος”. Λίγους μήνες αργότερα, έχασε τις εκλογές και δεν κατόρθωσε να εκλεγεί ούτε βουλευτής.

Υπάρχουν πολλά τέτοια φαινόμενα στην παγκόσμια ιστορία που μοιάζουν σε πρώτη ανάγνωση παλαβά και ανεξήγητα. Μερικά από αυτά μοιάζουν παλαβά και ανεξήγητα και σε δεύτερη ανάγνωση. Υπάρχουν βεβαίως θεωρίες και απόψεις περί ανασφάλειας των Βρετανών που “θυμούνταν τις πολιτικές των συντηρητικών του ’30” ή περί “Παλαιάς Ελλάδας” που δεν ενδιαφερόταν καθόλου για Σμύρνες και Θράκες και γεωπολιτική ισχύ, και προτιμούσε μια “μικρά και πτωχή, πλην τίμια Ελλάς”, ψωμί, ελιά και Κώτσο βασιλιά. Αλλά δεν αρκούν για να εξηγήσουν τόσο μεγάλες αναντιστοιχίες ανάμεσα σε προφανείς, σχεδόν κραυγαλέες ιστορικές συνθήκες και τη βούληση των λαών.

Αυτές οι αναντιστοιχίες είναι πολύ συχνό φαινόμενο. Είναι σαν να υπάρχει μια απόσταση ανάμεσα στα λογικά συμπεράσματα στα οποία καταλήγει ένας αυτόνομος παρατηρητής/αναγνώστης της ιστορίας, και σε αυτά στα οποία καταλήγει μια ευρύτερη οντότητα, ένα σώμα ψηφοφόρων, ένας “λαός”, ή μια οποιαδήποτε άλλη συλλογικότητα. Άλλα καταλαβαίνει ο ένας, άλλα κάνει ο άλλος. Είναι σαν να είναι διαφορετικά είδη, διαφορετικές μορφές ζωής, σαν να παρατηρείς σμήνη από ψαρόνια να χορεύουν στον ουρανό, αντί να πετάνε σε μια ευθεία και να μην καταλαβαίνεις το γιατί.

Αυτή η αναντιστοιχία μπορεί να εξηγεί πολλά παλαβά εκλογικά αποτελέσματα και -κατά τη γνώμη μας- κραυγαλέα “λάθη” που κάνουν συλλογικότητες (όπου συλλογικότητες μπορεί να είναι πληθυσμοί που ζουν σε μια περιοχή, λαοί που κατοικούν στο ίδιο κράτος, ολόκληροι πολιτισμοί, ή και το ανθρώπινο είδος εν γένει) αποφάσεις και ενέργειες που σε μεμονωμένους παρατηρητές μπορεί να μοιάζουν ακατανόητες ή ανεξήγητες, από τα αποτελέσματα των δημοψηφισμάτων του Χίτλερ μέχρι το περυσινό δικό μας περήφανο “όχι”.

Οι συλλογικότητες είναι διαφορετικές οντότητες από τα μεμονωμένα άτομα που τις αποτελούν, και οι αποφάσεις τους μπορεί να είναι ακόμα και επιβλαβείς για τα μεμονωμένα άτομα. Αυτό δεν είναι αντίφαση. Είναι φυσιολογικό φαινόμενο, γιατί οι συλλογικότητες, ως διαφορετικές οντότητες, έχουν άλλα κριτήρια και διαφορετικά κίνητρα. Το πιο θεαματικό παράδειγμα το διάβασα πρόσφατα στο εξαιρετικό “Sapiens” του Γιουβάλ Χαράρι. Είναι κάπως αμφιλεγόμενο αλλά αποτελεί πολύ ωραία τροφή για σκέψη.

Η “αγροτική επανάσταση” ήταν η σταδιακή μετάβαση των ανθρώπινων πληθυσμών από την νομαδική ζωή στην ανάπτυξη της γεωργικής παραγωγής. Στην πραγματικότητα μια σειρά από επαναστάσεις που έγιναν ανεξάρτητα σε διαφορα σημεία του πλανήτη όπου ζούσαν άνθρωποι. Οι πληθυσμοί αυτοί, από το 9000 π.Χ. και μετά άρχισαν σιγά σιγά να μαθαίνουν να καλλιεργούν κάποια συγκεκριμένα φυτά, όπως το σιτάρι, και έτσι σταμάτησαν να βρίσκουν την τροφή τους συλλέγοντας τροφή από το περιβάλλον τους και κυνηγώντας ζώα. Σύμφωνα με τον Χαράρι, αυτή ήταν μια πραγματική επανάσταση, αλλά δεν ήταν μια επανάσταση που την έκανε το ανθρώπινο είδος. Ήταν μια επανάσταση που την έκανε το σιτάρι. Και το ρύζι. Και η πατάτα. Εκείνη την κομβική περίοδο της πρόσφατης ιστορίας του κόσμου, εκείνα τα φυτικά είδη εξημέρωσαν τον άνθρωπο, και όχι το αντίστροφο.

Οι άνθρωποι, γράφει, ζούσαν πολύ καλύτερα πριν από την αγροτική επανάσταση. Ναι, οι ζωές τους ήταν σκληρές και αντιμετώπιζαν κινδύνους αλλά “δούλευαν” δυο τρεις ώρες κάθε ημέρα, όσο τους χρειαζόταν για να εξασφαλίσουν την τροφή της κοινότητας. Έτρωγαν μια μεγάλη ποικιλία από τροφές με μεγάλη διατροφική αξία και όλη την άλλη μέρα κάθονταν. Από τη στιγμή που έγιναν αγρότες, οι άνθρωποι αναγκάστηκαν να δουλεύουν σκληρά για πολλές ώρες στα χωράφια, η διατροφή τους έγινε πολύ χειρότερη, μονοδιάστατη και ευάλωτη σε αλλαγές του καιρού και τυχαίους παράγοντες, εμφανίστηκαν νέες σωματικές παθήσεις, νέες ασθένειες, ενώ στις κοινότητες που χτίστηκαν γύρω από τα χωράφια, μετά την εγκατάλειψη του νομαδικού τρόπου ζωής, πολλαπλασιάστηκαν τα φαινόμενα της βίας. Πολύ γρήγορα οι σημαντικότερες αιτίες θανάτου για τους ανθρώπους έγιναν η βία και οι μεταδοτικές ασθένειες -αιτίες που δεν υπήρχαν στην πρότερη, πολύ πιο ανέμελη ζωή τους. Υπάρχουν πολλά αρχαιολογικά ευρήματα που τεκμηριώνουν αυτά τα συμπεράσματα.

Αλλά γιατί αυτοεγκλωβίστηκαν έτσι οι άνθρωποι; Γιατί έκατσαν και βούλιαξαν στη μιζέρια μιας απάνθρωπης αγροτικής ζωής για χιλιάδες χρόνια; Επειδή κάποιες συλλογικότητες, αυτές που πήραν πραγματικά την απόφαση, ωφελήθηκαν. Η μία, ας πούμε, είναι το σιτάρι, ένα χορτάρι που παλιά φύτρωνε σε ελάχιστα εύκρατα σημεία της Μέσης Ανατολής, και σήμερα φυτρώνει σε έκταση 10 φορές την έκταση της Μεγάλης Βρετανίας, σχεδόν σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης. Αυτό, μαζί με την πατάτα και το ρύζι, κέρδισαν από την αγροτική επανάσταση, καθώς όχι μόνο πολλαπλασιάστηκαν, αλλά απέκτησαν και ένα είδος-σκλάβο για να τα ποτίζει, να τα ξεχορταριάζει, να τους βάζει λίπασμα και να καθαρίζει το έδαφός τους από πέτρες και άλλα κακά πράγματα. Η άλλη συλλογικότητα που κέρδισε, δε, είναι το ανθρώπινο είδος. Αλλά όχι ακριβώς ως “είδος”, και ασφαλώς όχι ως μεμονωμένα άτομα, καθώς οι ανέμελες ζωές των προϊστορικών νομάδων από κάποιες απόψεις ήταν πολύ “καλύτερες” από τις ζωές και των σύγχρονων Homo sapiens, όσο δύσκολο κι αν είναι αυτό για να το χωνέψουμε εμείς. Η συλλογικότητα που κέρδισε πραγματικά, γράφει ο Χαράρι, δεν είναι “οι άνθρωποι”, αλλά το ανθρώπινο DNA. Αυτή η συλλογικότητα, το γενετικό υλικό του είδους μας, έχει διαφορετικά κίνητρα από το κουκούλι του, τα ανθρώπινα άτομα δηλαδή, ή τις άλλες συλλογικότητες που σχηματίζουν αυτά. Το DNA θέλει μόνο να αναπαράγεται σε όσο το δυνατό περισσότερα αντίγραφα κι αυτό, πράγματι, ωφελήθηκε από την αγροτική επανάσταση, επειδή τότε περισσότερη τροφή άρχισε να παράγεται σε μικρότερη επιφάνεια γης (αδιαφορώντας για την ποιότητα ή τη διατροφική της αξία), και μεγαλύτεροι πληθυσμοί μπόρεσαν να χτιστούν γύρω της.

Το συμπέρασμα από όλα αυτά είναι πως καμία απόφαση δεν είναι εντελώς ανεξήγητη ή καθολικά παράλογη. Το στοίχημα είναι να βρίσκουμε κάθε φορά τη συλλογικότητα που ωφελείται. Είναι ένας πληθυσμός; Ένας λαός; Αλυσίδες ονουκλεϊκών οξέων; Τεχνητές νοημοσύνες; Σκεφτείτε, ας πούμε το εξής: Ποια συλλογικότητα θα ωφεληθεί αν εκλεγεί ο Ντόναλντ Τραμπ Πρόεδρος της Αμερικής; Εγώ λέω, η ζωή στον πλανήτη Γη. Γιατί με κάποιον σα τον Τραμπ πάνω απ’ το κουμπί με τα πυρηνικά, αυξάνονται ραγδαία οι πιθανότητες εξαφάνισης του ανθρώπινου είδους, που αποτελεί και το μεγαλύτερο κίνδυνο επιβίωσης για τις περισσότερες μορφές ζωής του πλανήτη. Μπορεί η εμφάνιση αυτού το παράδοξου χρυσοποίκιλτου παλιάτσου να αποτελεί μέρος ενός σχεδίου συλλογικοτήτων που δεν καταλαβαίνουμε. Μπορεί τα λουλούδια και οι πεταλούδες να συνωμοτούν πίσω από την πλάτη μας. Τεχνητές νοημοσύνες να μας τον έστειλαν από το μέλλον. Ποιος ξέρει.

Σε κάθε περίπτωση, ελπίζω τουλάχιστο το σιτάρι να μην μας αφήσει έτσι, και να επέμβει εγκαίρως για να μας σώσει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ