Κωνσταντίνος Ζούλας ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΖΟΥΛΑΣ

«Δεν θα σε αφήσω ποτέ, με ακούς;»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

«​​Δεν γράφω ποτέ εδώ για προσωπικά πρά­γ­ματα, αλλά το κάνω μόνο γι’ αυτόν τον πυροσβέστη. Γι’ αυτό το παιδί που κινδύνευσε τη ζωή του για το σπίτι κάποιου συνανθρώπου του. Κάποια στιγμή που φαινόταν ότι η μάχη χάνεται και κινδύνευε η ζωή όλων, άκουσα να του λένε στον ασύρματο “αν δεν μπορείτε άλλο, ελάτε πάνω”. Τότε τον ρώτησα με απόγνωση, “θα φύγεις;”. Χωρίς να μπορώ να δω το πρόσωπό του μέσα στη νύχτα, μου είπε: “ΕΓΩ ΔΕΝ ΘΑ ΦΥΓΩ ΠΟΤΕ ΟΣΟ ΚΙΝΔΥΝΕΥΕΙ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΟΥ, ΕΧΩ ΟΡΚΙΣΤΕΙ ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΟΤΑΝ ΕΓΙΝΑ ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΗΣ”. Και ξαναφωνάζει με πιο δυνατή φωνή, γιατί δεν είπα τίποτα: “ΔΕΝ ΘΑ ΣΕ ΑΦΗΣΩ ΠΟΤΕ! ΜΕ ΑΚΟΥΣ;”. Εχουν περάσει δύο μέρες από τότε. Δεν ξέρω ποιος είσαι. Αλλά σε ακούω συνέχεια. “ΔΕΝ ΘΑ ΣΕ ΑΦΗΣΩ ΠΟΤΕ!”. Σε ακούω συνέχεια, γιατί σίγουρα είσαι πολύ σπουδαίος άνθρωπος. Παρακαλώ μη με ρωτήσετε τίποτα για το γεγονός. Το γράφω μόνο γι’ αυτόν τον άνθρωπο που τιμά τον όρκο του και με την ελπίδα μήπως το διαβάσει και τον γνωρίσω».

Ο πρόλογος ανήκει στον αδερφικό μου φίλο Χάρη που κόντεψε στις 13 Αυγούστου να χάσει το σπίτι του στην Τζια. Εβλεπε τη φωτιά επί ώρες να καίει την πλαγιά μπροστά του και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα, πέραν των βασικών. Να κόψει κάποια κλαδιά, να βρέξει με μια μάνικα τα παράθυρα. Την τελευταία στιγμή, ενώ πια η φωτιά είχε φτάσει στους τοίχους, έφτασε ένα μικρό βυτιοφόρο με τέσσερις νεαρούς εθελοντές. Χωρίς να του πουν πολλά, με τα πενιχρά μέσα που είχαν ρίχτηκαν στις φλόγες. «Εμειναν από τις 9 το βράδυ έως τις 5.30 το πρωί», μου είπε στο τηλέφωνο και η φωνή του έσπασε όταν μου περιέγραψε τη σκηνή του προλόγου. «Ειλικρινά σού λέω υπήρξαν στιγμές που θύμιζαν κόλαση και θα είχε καεί όχι μόνο το σπίτι, αλλά όλοι μας, γιατί μού φαινόταν αδιανόητο να το εγκαταλείψω».

Σας μεταφέρω την ιστορία όπως ακριβώς ο φίλος μου την έγραψε στο Facebook, γιατί, αν κάτι συνειδητοποιώ τα τελευταία χρόνια, είναι ότι οι έχοντες δημόσιο λόγο συνηθίζουμε –χωρίς καν να το καταλαβαίνουμε– μόνον να κατακρίνουμε. Να καταγγέλλουμε, δηλαδή, ασυνείδητους συμπολίτες μας και κυρίως το κράτος που αδυνατεί να τους συνετίσει. Κατά κανόνα δε το πράττουμε επί δικαίων και αδίκων. Το ίδιο έγινε με το δυστύχημα στην Αίγινα. Γράφτηκαν και πάλι ανόητοι γενικοί αφορισμοί για «τους σκαφάτους που δεν σέβονται κανέναν», «τα τζετ σκι που δεν λογαριάζουν τίποτα», την αδυναμία του λιμενικού να τους ελέγξει. Προφανώς δεν θα αρνηθώ ότι και στον τομέα αυτό η ελληνική νομοθεσία πάσχει. Το έζησα και ο ίδιος προσφάτως στη Χαλκιδική, όταν έκπληκτος πληροφορήθηκα ότι δεν χρειαζόταν καν να δείξω το δίπλωμα χειριστή ταχύπλοου που έχω για να νοικιάσω μια πεντάμετρη βάρκα με 30άρα μηχανή. Σημειωτέον ότι ο εν λόγω σουρεαλιστικός νόμος που θεωρεί ικανό οποιονδήποτε ενήλικο να οδηγήσει ένα τέτοιο ταχύπλοο (διότι ταχύπλοη είναι μια βάρκα που μπορεί να πηγαίνει με 20-25 μίλια) υποχρεώνει όσους νοικιάζουν αυτές τις βάρκες να δίνουν και έναν διπαράλληλο χάρακα με διαβήτη (!) για να... χαράζουν οι ενδιαφερόμενοι πορεία στον ναυτικό χάρτη της περιοχής.

Μη γελιόμαστε όμως. Το πρόβλημα στην Ελλάδα δεν είναι η κακονομία, αλλά η νοοτροπία μας. Είμαι ο τελευταίος που θα κρίνω αν ο 77χρονος στην Αίγινα ήταν ικανός να οδηγήσει το σκάφος του. Αυτό ωστόσο που αδυνατεί να χωρέσει το μυαλό μου είναι ότι ενώ προκάλεσε το δυστύχημα, έφυγε και άφησε αβοήθητους 20 ανθρώπους στη θάλασσα. Και αυτό, καλώς ή κακώς, κανένας νόμος δεν μπορεί να το διασφαλίσει.

Γι’ αυτό και επέλεξα σήμερα να γράψω για την άλλη Ελλάδα. Αυτήν που τείνουμε να ξεχάσουμε μέσα στην κρίση που ανέδειξε μόνο τις αδυναμίες μας. Αυτήν που, καίτοι μειοψηφεί, αντιστέκεται, προβάλλοντας πρότυπα συμπεριφοράς που τόσο μας λείπουν – ιδού γιατί χαρήκαμε τόσο πολύ φέτος με τα καθαρά, επιτέλους, ολυμπιακά μετάλλια.

Και γι’ αυτό, αντί επιλόγου, σκέφτηκα να δημοσιεύσω και μια απάντηση που έλαβε ο Χάρης από μιαν άγνωστη σε εκείνον κυρία στο Facebook: «Καλή σας μέρα, κύριε. Ευχαριστούμε θερμά για τα υπέροχα λόγια σας. Είμαι γυναίκα ενός από τους εθελοντές πυροσβέστες στην Τζια και με κάνατε να νιώσω πολύ περήφανη. Δεν γνωρίζω αν ήταν ο άνδρας μου αυτός που σας μίλησε. Οταν τον ρώτησα, μου είπε “δεν έχει σημασία ποιος ήταν. Λειτουργούμε σαν ομάδα και γι’ αυτό έχουμε καλό αποτέλεσμα. Ο καθένας από εμάς έτσι θα είχε φερθεί”. Τα λόγια σας και τα λόγια του με έκαναν να κλάψω. Τραβάω κι εγώ από τη μεριά μου μεγάλη αγωνία μέχρι να τον δω να μπαίνει στο σπίτι όρθιο. Τα λόγια σας, κύριέ μου, είναι η πληρωμή τους και η δικιά μου επίσης. Ευχαριστώ και πάλι».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ