ΕΛΛΑΔΑ

Ενωση Κέντρου και Ενοπλες Δυνάμεις

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ*

Τρεις ημέρες μετά την ορκωμοσία της πρώτης κυβέρνησης της Ενωσης Κέντρου, στις 11.11.1963, ο πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου δέχεται την ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων, την οποία παρουσιάζει ο υπ. Εθνικής Αμυνας Δημ. Παπανικολόπουλος, έμπιστος των Ανακτόρων.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Τον Μάρτιο του 1962 σε ομιλία του προς τους αξιωματικούς του Γ΄ Σώματος Στρατού ο βασιλιάς Παύλος ανέφερε πως ήταν ενωμένοι μαζί του με τη βούληση του Θεού και ότι του ανήκαν, όπως ανήκε και ο ίδιος στους αξιωματικούς του. Η μυστικιστική αυτή προσέγγιση του βασιλιά προξένησε συζητήσεις στον Τύπο και την κοινή γνώμη. Το μείζον αντιπολιτευόμενο κόμμα, η Ενωση Κέντρου, αρνήθηκε να μπει στην ουσία της βασιλικής δήλωσης, προτιμώντας να επικρίνει την κυβέρνηση προσδοκώντας βραχυπρόθεσμα εκλογικά οφέλη. Το άκομψο και σαφές μήνυμα του Παύλου ότι επιθυμούσε να έχει βαρύνοντα λόγο στα θέματα των Ενόπλων Δυνάμεων δεν αξιολογήθηκε σωστά από τους κεντρώους ηγέτες, με μοιραία αποτελέσματα. Στην ουσία ήδη από το 1962 ο Θρόνος έστελνε πασίδηλες προειδοποιήσεις, που (όπως θα καταδειχθεί) συνδυαζόμενες με την υποχωρητικότητα των πολιτικών άνοιξαν τον δρόμο για την κρίση του Ιουλίου του 1965. Προκειμένου να γίνει κατανοητή η διολίσθηση προς τα Ιουλιανά, μια επισκόπηση της πολιτικής του κεντρώου χώρου στον ευαίσθητο τομέα του Στρατού είναι αδιαμφισβήτητα χρήσιμη.

Ο ανένδοτος αγώνας και το στράτευμα

Μολονότι οι επίγονοι του βενιζελισμού έπαιξαν κεντρικό ρόλο στον συνασπισμό που επικράτησε της Αριστεράς στον Εμφύλιο, οι σχέσεις τους με το στράτευμα ήταν δυσχερείς εξαιτίας της διαχείρισης του ζητήματος του κινήματος του 1951. Αν και μια κεντρώα κυβέρνηση αμνήστευσε τους κινηματίες, η προκλητική εύνοια που τους έδειξε μετά την πρωθυπουργοποίησή του ο στρατάρχης Παπάγος και οι μαζικές αποστρατείες ανώτατων αξιωματικών οδήγησαν το Κέντρο να καταγγείλει κατ’ επανάληψιν τις ηγεσίες του στρατού ως εξαρτήματα της κρατούσας Κεντροδεξιάς. Ετσι, οι Ενοπλες Δυνάμεις από ενοποιητικό σύμβολο της εθνικοφροσύνης μετατράπηκαν σε πεδίο κομματικής διαπάλης, ειδικά την περίοδο 1952 - 1955.

Το ζήτημα της σχέσης του στρατού με την πολιτική εξουσία ήρθε ξανά στο προσκήνιο με ιδιαίτερα έντονο τρόπο αμέσως μετά τις εκλογές του 1961. Από τη στιγμή που η ηγεσία της Ενώσεως Κέντρου επέλεξε να μην αποδεχθεί το αποτέλεσμα και να το καταγγείλει ως προϊόν βίας και νοθείας, έστρεψε τα βέλη της εναντίον της ανώτατης ηγεσίας του στρατεύματος. Ο Σ. Βενιζέλος ήταν εξαιρετικά σαφής για τις διαθέσεις του κόμματός του όταν, αναλύοντας τα μέλη του «πολυπλόκαμου οργανισμού» που αλλοίωσε το εκλογικό αποτέλεσμα, πρώτο τοποθετούσε το ΓΕΣ και μετά την ΚΥΠ, ή τα Σώματα Ασφαλείας. Ακόμη χειρότερα, ο Βενιζέλος δήλωσε πως το αποτέλεσμα της στρατιωτικής ψήφου (85% υπέρ της ΕΡΕ) θύμιζε εκλογές του Παραπετάσματος, σχόλιο που συνιστούσε βαρεία προσβολή για έναν αντικομμουνιστικό στρατό.

Καθώς ο πολιτικός αγώνας της Ε.Κ. αναπτυσσόταν, οι ηγέτες του Κέντρου έπρεπε να καταφέρουν να ισορροπήσουν τον αντιπολιτευτικό τους λόγο για τον ρόλο του στρατού. Στόχος τους ήταν να καταδειχθεί η ανώτατη ηγεσία (και ειδικά ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού αντιστράτηγος Β. Καρδαμάκης) ως όργανο της κυβέρνησης Καραμανλή, που συμμετείχε σε απόπειρα αλλοίωσης της βουλήσεως του λαού, εκτρέποντας το στράτευμα από τη νόμιμη αποστολή του, κάτι για το οποίο δεν ευθυνόταν η πλειονότητα των αξιωματικών. Η ισορροπία αυτή ήταν δύσκολο να διατηρηθεί, από τη στιγμή που η Ε.Κ. προχώρησε στην έκδοση της «Μαύρης Βίβλου» των εκλογών: σε αυτήν καταγγέλθηκαν για τη δράση τους όχι μόνο ανώτατοι, αλλά και μεσαίοι και κατώτεροι βαθμοφόροι.

Ο Γ. Παπανδρέου, πάντως, σε διακηρύξεις του προς τον Στρατό, αποφεύγοντας, πολύ λογικά, να αναφερθεί στη συμπόρευση με την ΕΔΑ, ή στη στάση που κρατούσε απέναντι στο Στέμμα, προσπαθούσε να ενεργοποιήσει τα εθνικιστικά αντανακλαστικά του μέσου αξιωματικού καταγγέλλοντας τις συμφωνίες Ζυρίχης - Λονδίνου. Ακόμη, τεχνηέντως, απέδιδε όλες τις ευθύνες στο μικρό τμήμα της ανώτατης ηγεσίας που είχε ταυτισθεί με την ΕΡΕ, και φρόντιζε να υπενθυμίσει την πάγια στάση του κεντρώου χώρου για αξιοκρατία στο στράτευμα, αντίθετα με την ευνοιοκρατία που είχε προωθήσει αρχικά ο Παπάγος και εν συνεχεία ο Καραμανλής. Το χάσμα ανάμεσα στο Κέντρο και την ηγεσία του στρατεύματος έγινε απόλυτα σαφές με τον πλέον επίσημο τρόπο, όταν μιλώντας από το βήμα της Βουλής τον Ιανουάριο του 1962 ο Γ. Παπανδρέου χαρακτήρισε τον Α/ΓΕΣ Καρδαμάκη ανάξιο για τη θέση του, αποστροφή που προξένησε ενόχληση σε πολλούς αξιωματικούς.

Επιδείνωση των σχέσεων βασιλιά - πρωθυπουργού

Στις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 1963 η Ε.Κ. κέρδισε, μάλλον απροσδόκητα, τη σχετική πλειοψηφία. Καθώς ο Γ. Παπανδρέου ανέλαβε την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης φρόντισε να έρθει σε συμφωνία με τον βασιλιά Παύλο, που εξασφάλιζε τον έλεγχο των Ανακτόρων επί του Στρατού. Υπουργός Εθνικής Αμυνας παρέμεινε ο υπηρεσιακός Παπανικολόπουλος, ενώ οι μεταβολές στην ανώτατη ηγεσία ήταν ελάχιστες. Η συγκεκριμένη εξέλιξη τουλάχιστον καθησύχασε τους στρατηγούς, οι οποίοι δέχονταν ήδη πιέσεις από δυναμικά μεσαία στελέχη (τους μετέπειτα δικτάτορες του 1967) για εκτροπή ώστε να μην δοθεί η εξουσία στο «φιλοκομμουνιστικό» Κέντρο.

Η σαρωτική νίκη που επέτυχε η Ενωση Κέντρου στις εκλογές του 1964 της έδινε την ευκαιρία να επιφέρει μεγάλες αλλαγές στο στράτευμα. Διέθετε ευρεία κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ευνοϊκό θεσμικό πλαίσιο και ένα μελετημένο πρόγραμμα συντεταγμένο από απόστρατους αξιωματικούς που στόχευε στην καλύτερη οργάνωση του στρατού και τη μείωση των αμυντικών δαπανών. Υπουργός Εθνικής Αμυνας τοποθετήθηκε ο Π. Γαρουφαλιάς, που διατηρούσε άψογες σχέσεις τόσο με τον Παπανδρέου, όσο και με το Παλάτι. Υφυπουργός ανέλαβε ένας πολιτικός της νεότερης γενιάς, ο Μ. Παπακωνσταντίνου, στον οποίο ο πρωθυπουργός ανέθεσε να προωθήσει, με προσεκτικά βήματα, την αποκομματικοποίηση του στρατεύματος.

Η πρώτη δοκιμασία για τη νέα κυβέρνηση ήταν οι μεταβολές που επέφερε στη στρατιωτική ηγεσία τον Απρίλιο του 1964. Οχι μόνον η επιλογή του αντιστρατήγου Γεννηματά για την αρχηγία του ΓΕΣ, αλλά και οι υπόλοιπες προαγωγές (όπως αυτή του μοιραίου Α/ΓΕΣ της 21ης Απριλίου, Γρηγορίου Σπαντιδάκη) και αποστρατείες διακρίνονται από υποχωρητική διάθεση του πρωθυπουργού έναντι του νέου βασιλιά Κωνσταντίνου. Ειδικά η περίπτωση του Γεννηματά προξένησε αντιδράσεις μερίδας του συμπολιτευόμενου Τύπου, μιας και ο νέος Α/ΓΕΣ είχε κατηγορηθεί για τη δράση του στις εκλογές του 1961 όταν ήταν διοικητής μεραρχίας. Πάντως, ακόμα και η μικρότερη αλλαγή στο στράτευμα δεν διέφευγε τη προσοχή των Ανακτόρων: όταν ο υφυπουργός Παπακωνσταντίνου προχώρησε σε μεταθέσεις αρκετών αξιωματικών (μεταξύ των οποίων αρκετοί πρωταίτιοι της 21ης Απριλίου 1967) εκλήθη να δώσει εξηγήσεις στον ανώτατο άρχοντα της χώρας.

Ασφαλώς, δεν μπορεί να υποστηρίξει κανείς ότι η κυβέρνηση απέκτησε πλήρη έλεγχο επί των Ενόπλων Δυνάμεων. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός βρέθηκε προ εκπλήξεως, όταν με την ανοχή του Γαρουφαλιά επιχειρήθηκε από ανακτορικούς κύκλους η μετονομασία του στρατού από Ελληνικό σε Βασιλικό. Τα γεγονότα επιδεινώθηκαν από τις αρχές του 1965. Θρυαλλίδα των εξελίξεων στάθηκε η τυχαία ανακάλυψη των εγγράφων της «Ασκησης Περικλής». Η επιτροπή των αξιωματικών που συστάθηκε για να ερευνήσει την υπόθεση, έκρινε ότι τα έγγραφα αποδείκνυαν την ύπαρξη σχεδίου ανάμειξης του στρατού και των σωμάτων ασφαλείας σε εκλογές και ότι αυτό εφαρμόστηκε το 1961.Ο πρωθυπουργός, καθώς τα εσωτερικά προβλήματα της Ενώσεως Κέντρου ήταν πλέον εμφανή, επεχείρησε να αλλάξει την πολιτική θεματολογία φέρνοντας το ζήτημα στη Βουλή.

Ο βασιλιάς, ωστόσο, πίσω από την υπόθεση αυτή είδε την πρόθεση της κυβέρνησης να επιφέρει μεγάλες μεταβολές στα ανώτατα κλιμάκια του στρατεύματος. Ετσι, αντέδρασε έντονα ζητώντας αρχικά την αποστράτευση του επικεφαλής της επιτροπής, αντιστρατήγου Λουκάκη, και στη συνέχεια όλων των μελών της. Μια τέτοια κίνηση θα αποτελούσε εξευτελισμό για τον Γ. Παπανδρέου, που απέρριψε το βασιλικό αίτημα. Την ίδια ώρα, η ΕΡΕ θεωρούσε πως η κυβέρνηση ήταν υπερβολικά ήπια έναντι της Αριστεράς και αντιμετώπιζε ως εύλογο το βασιλικό ενδιαφέρον για τα στρατιωτικά ζητήματα. Γεγονός ήταν ότι οι σχέσεις βασιλιά -πρωθυπουργού είχαν πλέον ψυχρανθεί και η αμοιβαία καχυποψία εντεινόταν.

Δύο «αγκάθια» οδηγούν στη ρήξη

Την κρίσιμη εκείνη περίοδο έκαναν την εμφάνισή τους δύο υποθέσεις που έφεραν την κυβέρνηση της Ε.Κ. σε δυσχερή θέση. Η πρώτη και σοβαρότερη αφορούσε τις καταγγελίες για την ύπαρξη συνωμοτικής οργάνωσης στο εσωτερικό του στρατεύματος, που με πολιτικό σύμβουλο τον Α. Παπανδρέου στόχευε να ανατρέψει το πολίτευμα.

Η δεύτερη, τη διενέργεια «δολιοφθορών» σε μονάδα πυροβολικού του Εβρου, που, κατά τους αντιπάλους της Ε.Κ., αποδείκνυε τη χαλάρωση της αντικομμουνιστικής επαγρύπνησης στις Ενοπλες Δυνάμεις. Αν και το πόρισμα της στρατιωτικής δικαιοσύνης που επιλήφθηκε αναγνώριζε την ύπαρξη της οργάνωσης ΑΣΠΙΔΑ, της απέδιδε μικρή εξάπλωση και πρότεινε πειθαρχικά μέτρα για ελάχιστους αξιωματικούς. Το Στέμμα, όμως, επέμεινε για την παραπομπή της υπόθεσης σε στρατοδικείο, κάτι που ο πρωθυπουργός αποδέχθηκε.

Ο Γ. Παπανδρέου υπό την πίεση του συμπολιτευόμενου Τύπου αποφάσισε την αντικατάσταση του Γεννηματά, θεωρώντας ότι ο Α/ΓΕΣ είχε χάσει τον έλεγχο του στρατεύματος και ότι είχε στραφεί εναντίον της κυβέρνησης. Ο βασιλιάς, από τη μεριά του, φοβόταν ότι μια τέτοια αλλαγή σηματοδοτούσε τη βούληση της Ενωσης Κέντρου να επιβάλει μια φιλική προς αυτήν ηγεσία στο στράτευμα. Καθώς και ο Γαρουφαλιάς τάχθηκε δημοσίως εναντίον των μεταβολών στα ανώτατα κλιμάκια, ήταν ξεκάθαρο το χάσμα των απόψεών του με τον πρωθυπουργό.

Οι όποιες απόπειρες εξεύρεσης συμβιβασμού μεταξύ Κωνσταντίνου και Παπανδρέου κατέρρευσαν λόγω και των προσβλητικών επιστολών του βασιλιά προς τον πρόεδρο της κυβέρνησης· ο τελευταίος εξωθήθηκε σε παραίτηση, τερματίζοντας τη φιλόδοξη προσπάθεια της Ενωσης Κέντρου ως ενιαίου κόμματος να υλοποιήσει ουσιώδεις μεταβολές στο στράτευμα.

Ο διακηρυγμένος στόχος της κεντρώας παράταξης, η αποκομματικοποίηση του στρατεύματος, ήταν μάλλον ειλικρινής. Δεδομένων των ελάχιστων ερεισμάτων που διέθετε στις ανώτατες βαθμίδες το Κέντρο επεδίωκε την ανάδειξη μιας νομιμόφρονης ηγεσίας με την οποία θα μπορούσε άνετα να συνεργαστεί. Ομως είχε να αντιμετωπίσει την έντονη δυσπιστία του σώματος των αξιωματικών, που πιθανότατα δεν είδε με καλό μάτι τις αναφορές στελεχών όλων των βαθμίδων του στη «Μαύρη Βίβλο» και την αντιπολιτευτική συμπόρευση της Ε.Κ. με την ΕΔΑ την περίοδο 1961-63.

Ωστόσο, βασικός υπεύθυνος για την αποτυχία της Ε.Κ. ήταν η ίδια η ηγεσία της και ειδικά ο Γ. Παπανδρέου. Η υποχωρητικότητά του έναντι του Θρόνου τον Νοέμβριο του 1963 είχε μια λογική, καθώς η πλειοψηφία του στη Βουλή ήταν σχετική και έπρεπε να καθησυχαστεί ο βασιλιάς Παύλος. Τον Απρίλιο του 1964, όμως, ο Παπανδρέου είχε νωπή και τεράστια πλειοψηφία και απέναντί του έναν νέο και άπειρο βασιλιά. Αντί να απαιτήσει και να επιτύχει πλήρη πολιτικό έλεγχο στο στράτευμα, έκανε ηθελημένα πολλές παραχωρήσεις, στοχεύοντας στη μακροημέρευση του κόμματός του στην εξουσία.

Απέτυχε παντελώς: και ο βασιλιάς Κωνσταντίνος έφθασε να θεωρεί τον εαυτό του όχι μόνο τυπικό, αλλά και ουσιαστικό αρχηγό των Ενόπλων Δυνάμεων, ενώ και η Ε.Κ. έχασε την εξουσία σύντομα.

* Ο κ. Δημήτρης Παπαδιαμάντης είναι διδάκτωρ Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ