Δημήτρης Ρηγόπουλος ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ

Να πανηγυρίσει κανείς ή να μην πανηγυρίσει;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αν ανοίξετε αυτές τις ημέρες κάποια βρετανική εφημερίδα, είναι περίπου βέβαιο ότι θα πέσετε πάνω στη σκωπτική αρθρογραφία ενός αιρετικού συντάκτη ο οποίος προβληματίζεται με το κλίμα ευφορίας που έχει καταλάβει τη χώρα την επομένη της τελετής λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων του Ρίο. Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή. Η Μεγάλη Βρετανία κατέλαβε τη δεύτερη θέση στον πίνακα των μεταλλίων πίσω από τις Ηνωμένες Πολιτείες, ξεπερνώντας τις επιτυχίες των αθλητών της ακόμη και στους «εντός έδρας» Αγώνες του Λονδίνου, πριν από τέσσερα χρόνια. Λιγότερο από δύο μήνες μετά το διχαστικό δημοψήφισμα που οδήγησε στο Brexit, οι Βρετανοί βρήκαν έναν πολύ καλό λόγο για να πανηγυρίσουν τα επιτεύγματα του Ρίο και να φουσκώσουν ξανά από εθνική υπερηφάνεια. Οχι όλοι, όπως είπαμε. Το Σαββατοκύριακο έκαναν την εμφάνισή τους αιχμηρά άρθρα που έδιναν διάσταση «εθνικιστικής υστερίας» στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα ενθουσιασμού.

Ολα αυτά, φυσικά, δεν μας είναι άγνωστα. Από τη Μεγάλη Βρετανία των 67 μεταλλίων στην Ελλάδα των 6, ο δρόμος δεν είναι τόσο μεγάλος όσο πιστεύουμε. Αν για τη Μεγάλη Βρετανία το Ρίο σηματοδότησε τη δυναμική επιστροφή μιας παραδοσιακής αθλητικής υπερδύναμης, για τη χώρα μας ήταν το βάπτισμα του πυρός σε μια νέα εποχή. Παρά τις επιμέρους προσδοκίες που τελικά επιβεβαιώθηκαν (ο λόγος για το χρυσό του Λευτέρη Πετρούνια), κανείς Ελληνας φίλαθλος δεν περίμενε την εντυπωσιακή συγκομιδή που μας έφερε μπροστά από πολύ μεγαλύτερες χώρες του πλανήτη (Αργεντινή, Πολωνία, Μεξικό, Νότια Αφρική, κ.ά.).

Ηταν αγώνες εξιλέωσης και επανεκκίνησης οι επιτυχίες των Ελλήνων αθλητών στο Ρίο, όχι πολλά χρόνια μετά τις ντροπιαστικές ιστορίες ακύρωσης ή και αφαίρεσης μεταλλίων εξαιτίας διαδοχικών κρουσμάτων ντόπινγκ. Από αυτήν την άποψη τα χαμόγελα των αθλητών μας, ο τρόπος που πανηγύρισε την επιτυχία της η Κατερίνα Στεφανίδη αλλά και η στάση του Σπύρου Γιαννιώτη στο θέμα της ελληνικής ένστασης αναβάπτισαν ό,τι έχει απομείνει από το ολυμπιακό ιδεώδες και λύτρωσαν μια ολόκληρη χώρα από τα φαντάσματα του παρελθόντος. Αυτός είναι από μόνος του ένας λόγος που μας επιτρέπει να πανηγυρίσουμε. Στον αντίποδα, η πρόταση του Σταύρου Θεοδωράκη να προσκληθούν οι ολυμπιονίκες μας στη Βουλή για να μιλήσουν μας υπενθυμίζει πόσο επιρρεπείς είμαστε στην υπερβολή. Ομως όλοι έχουμε δικαίωμα σε μια άτυχη στιγμή. Τα κόμματα, αν θέλουν να βοηθήσουν τον ελληνικό αθλητισμό, θα έπρεπε να καλέσουν στη Βουλή τους ιδιώτες χορηγούς πολλών αθλητών μας και να τους τιμήσουν δημοσίως. Και στη συνέχεια να πείσουν οι πολιτικοί μας ακόμη περισσότερες επιχειρήσεις και εύπορους Ελληνες να βοηθήσουν για την επόμενη προσπάθεια. Το 2020 και το Τόκιο δεν είναι τόσο μακριά.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ