ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Μπάρκουλης: Ενας κυκλοθυμικός και παθιασμένος γόης

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

Γόης στα κινηματογραφικά πλατό και στη ζωή, ανεκπλήρωτος πόθος των κοριτσιών της Ελλάδας του ’50 και του ’60, που τον κυνηγούσαν για ένα αυτόγραφο ή ένα του νεύμα, ρολίστας στη σκηνή, ο Ανδρέας Μπάρκουλης «έφυγε» χθες στα 80 του χρόνια έπειτα από πολύχρονη ταλαιπωρία με την υγεία του. Δημοφιλής ζεν πρεμιέ του καιρού του, έζησε ζωή έντονη, γενναιόδωρη, με επιτυχίες, παθιασμένους έρωτες, αλλά και λανθασμένες επιλογές. Η κηδεία του θα γίνει αύριο Πέμπτη στις 5.30 μ.μ. στη Μεταμόρφωση.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η ζωή του ήταν γεμάτη πάθη, εντάσεις και σκαμπανεβάσματα. Με καταχρήσεις, θυμό, έρωτες, υπερβολές. Οι συνοδοιπόροι της γενιάς του έλεγαν ότι ο Ανδρέας Μπάρκουλης «ήταν αυτοκαταστροφικός». Εκείνοι πάλι που τον γνώριζαν καλύτερα υποστήριζαν πως πλήρωσε την υπερβολή μιας δημοφιλίας της οποίας το βάρος δεν άντεχε ούτε ο ίδιος. Ειδικά σαν του θύμιζες την ατάκα «Κορίτσια, ο Μπάρκουλης!».

Από τους πιο δημοφιλείς ζεν πρεμιέ του ελληνικού κινηματογράφου, ο Ανδρέας Μπάρκουλης, που «έφυγε» χθες στα 80 του (νοσηλευόταν τις δύο τελευταίες εβδομάδες με λοίμωξη του αναπνευστικού και καρδιακή ανεπάρκεια), ήταν από τους πιο όμορφους άντρες του θεάματος τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 και λαϊκότερος ενός άλλου όμορφου «ανταγωνιστή» της εποχής, του Αλέκου Αλεξανδράκη. Μόνο που η δική του ζωή δεν ήταν ποτέ ήρεμη.

Συνέδεσε το όνομά του με μεγάλους έρωτες, χωρισμούς, ακριβά αυτοκίνητα, προβλήματα υγείας, ναρκωτικά, αλκοόλ και μια φθορά η οποία ανέστειλε κάθε επιθυμία για αλλαγή πλεύσης στην καριέρα του. Αν και το προσπάθησε τη δεκαετία του ’80 και τα κατάφερε μέσα από τις συνεργασίες με τους Z. Ν. Περέλη, Ζ. Ντασσέν, Θ. Παπαγεωργίου –«από τις πιο ευτυχισμένες του εποχές» όπως έλεγε τότε–, η καριέρα του διεκόπη από το 1990. Οι πίκρες, το αλκοόλ και η κατάθλιψη τον κυνηγούσαν.

Δεν ήταν εύκολος, ούτε στις συνεργασίες του. Ηταν τα χρόνια που προσπαθούσε να ξεγράψει το παρελθόν που τον κυνηγούσε. Που απέφευγε να μιλάει για το σλόγκαν «Κορίτσια, ο Μπάρκουλης», για το πάθος των μαθητριών της εποχής που έλιωναν κρύβοντας τις φωτογραφίες του στις σχολικές τσάντες, για εκείνο το ενοχλητικό περουκίνι που τον ανάγκαζαν, όπως έλεγε, να φοράει στις ταινίες. Ενα «εξαιρετικό ταλέντο» που πόθησε η κοσμική κοινωνία της εποχής και ύστερα γκρέμισαν τρία γραμμάρια ινδικής κάνναβης, οδηγώντας τον στη φυλακή.

Ελεγε ότι δεν του ταίριαζε ο τίτλος του ζεν πρεμιέ. Στις συζητήσεις και τις συνεντεύξεις σαν τον προσέγγιζες με ηρεμία, έδειχνε να δυσφορεί για την επιτυχία που είχε στον γυναικείο πληθυσμό, ενώ παρουσίαζε μια εικόνα διαφορετική από αυτήν που φανταζόταν για εκείνον το κοινό. Από την άλλη, δεν έκρυβε την εικόνα που ενοχλούσε πολλούς σαν τον έβλεπαν να τα βάζει με όλους και με όλα, όταν έβγαινε παλιότερα σε νυχτερινές εκπομπές. Με φωνή βροντερή από τον χρόνο και τις καταχρήσεις, και τη μαγκιά του ανθρώπου που βίωσε πολλά και δεν λογαριάζει τίποτε και κανέναν, θύμωνε όταν η κουβέντα γύριζε στις ταινίες του παλιού ελληνικού σινεμά, οι οποίες «εκμεταλλεύθηκαν», όπως επαναλάμβανε, τον ίδιο και μια ολόκληρη γενιά. Απομυθοποιούσε τα χρόνια της επιτυχίας του και προσγείωνε τον συνομιλητή του όταν περιέγραφε την πίεση που δεχόταν για να κάνει έστω και ένα πέρασμα στις κινηματογραφικές παραγωγές της εποχής.

Ονειρευόταν να γίνει τραγουδιστής. Τελικά, γύρισε περίπου 120 ταινίες και υπήρχαν μέρες που έκανε σπίτι το πλατό και βεστιάριο το αυτοκίνητο. Αδυναμίες του ήταν οι γυναίκες, η ταχύτητα, η μποέμ ζωή και οι αγώνες αυτοκινήτων. Ενας κυκλοθυμικός γόης, που άλλοτε σε συνέπαιρνε με τις διηγήσεις του κι άλλοτε σου προκαλούσε φόβο με τον θυμό και την ένταση του λόγου του. Η ζωή του άλλαξε πλεύση όταν τον συνέλαβαν για κατοχή χασίς. «Με κάρφωσαν», έλεγε. Οταν αποφυλακίστηκε έφυγε στη Νέα Υόρκη, όπου τραγουδούσε σε ελληνικά μαγαζιά. Εξέδωσε μάλιστα και ένα δίσκο.

Η επιστροφή του το 1983 συνδέθηκε με τις προσπάθειες αλλαγής της καριέρας του. Εκανε επιτυχίες με τους Θανάση Παπαγεωργίου στον «Κύριο», την Κάτια Δανδουλάκη στις «Ακρότητες» που σκηνοθέτησε ο Ζυλ Ντασσέν, τον Βασίλη Διαμαντόπουλο στο «Σλουθ» που σκηνοθέτησε ο Δημήτρης Εξαρχος το 1989. Στη δεκαετία του ’90 είχε ξεκόψει οριστικά από το σανίδι. Οι εποχές είχαν αλλάξει, το ελληνικό σινεμά είχε στραφεί αλλού, ενώ ο Μπάρκουλης δυσκολευόταν να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα. Η εξάρτηση από το ποτό έγινε εντονότερη, καθώς και η επιθετική συμπεριφορά, γεγονότα που τον οδήγησαν το 1997 σε ψυχιατρική κλινική και στο Δρομοκαΐτειο ύστερα από καταγγελία της τότε συντρόφου του, Φωτεινής Αναστασίου.

Το 2000 καταδικάστηκε από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο σε φυλάκιση τριών μηνών επειδή συνελήφθη να οδηγεί σε κατάσταση μέθης. Συγκρούστηκε, μάλιστα, με φορτηγό στη διασταύρωση των οδών Ιουλιανού και 3ης Σεπτεμβρίου. Αποφυλακίστηκε από τον Κορυδαλλό, με πρωτοβουλία της Αννας Φόνσου και του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών. Η αλήθεια είναι ότι η Φόνσου τον βοήθησε, όπως και την οικογένειά του, πολύ στο Σπίτι του Ηθοποιού.

Η πρώτη του μεγάλη αγάπη και γάμος ήταν με την Αλέκα Στρατηγού. «Κεραυνοβόλος έρωτας και για τους δυο μας», είχε πει για τη σχέση τους, που κράτησε τέσσερα χρόνια, η ηθοποιός. Από τα μεγαλύτερα ειδύλλια που έζησε ήταν και με τη Μαίρη Χρονοπούλου, με την οποία συνεργάστηκε και στο θέατρο. Τελευταία του σύζυγος ήταν η Μαρία Μπάρκουλη, που του στάθηκε από το 2001, με την οποία απέκτησαν τον 14χρονο Νίκο. Εχει και εγγόνια από την κόρη του Βίκυ Καρλατήρα. Ο ίδιος είχε δηλώσει ότι είχε και έναν γιο στον Καναδά.

Η νεκρώσιμος ακολουθία θα γίνει αύριο Πέμπτη στις 5.30 μ.μ. στο κοιμητήριο της Μεταμόρφωσης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ