Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Ο Ανδρέας δεν ήταν μόνον ο Μπάρκουλης

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο Ανδρέας Μπάρκουλης ήταν ζεν πρεμιέ με τα όλα του. Βλέμμα, φωνή, παράστημα, μια εύθραυστη αυτοπεποίθηση που έδινε στην αρρενωπότητά του το περιθώριο να συντριβεί από έναν ανεπίδοτο έρωτα. Είχε και κάτι παιγνιώδες, μια αυθάδεια που υπέσκαπτε την όποια ρομαντική διάθεση. Δεν ήταν ούτε λαϊκό παιδί ούτε αστός, εκπρόσωπος, μάλλον, της υπό δημιουργία, τότε, μεσαίας τάξης. Είχε ευρωπαϊκό στυλ και στόφα, «ήταν χαρισματικός comedien και εραστής», επισημαίνει πρωταγωνιστής του θεάτρου που γνώριζε τον Α. Μπάρκουλη. Ο θάνατός του χθες, σε ηλικία 80 ετών, ύστερα από μακροχρόνια προβλήματα υγείας, είναι μια αφορμή για να πιάσουμε το νήμα από τη δεκαετία της μεγάλης ώθησης, της απογείωσης, όταν η χώρα μας κατακτούσε αυτό που ονομάστηκε «ελληνικό οικονομικό θαύμα». Οπως σημειώνει και ο Στάθης Ν. Καλύβας στο βιβλίο του «Καταστροφές και θρίαμβοι», «από τα μέσα της δεκαετίας του πενήντα μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του εβδομήντα, η Ελλάδα σημείωσε εκπληκτικούς ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης, αγγίζοντας έναν ετήσιο μέσο όρο 7%, με τον πληθωρισμό να παραμένει κάτω από το 2%. Το απίστευτο αυτό επίτευγμα της Ελλάδος είναι συγκρίσιμο μόνο με εκείνα της μεταπολεμικής Γερμανίας και Ιαπωνίας, όμως σε αντίθεση με τις χώρες αυτές, η Ελλάδα δεν είχε υπάρξει ποτέ βιομηχανική δύναμη».

Ο Ανδρέας Μπάρκουλης έδρασε, λοιπόν, εκείνη την περίοδο, με τη μεταμορφωτική δύναμη την οποία υποστήριζε η ίδια η κοινωνία, ευέλικτη, ανήσυχη, με μεγάλη και εύρωστη μεσαία τάξη. Προφανώς ο Εμφύλιος είχε αφήσει ισχυρά ίχνη και «πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων», μαζί και ένα ισχυρό παρακράτος. Παράλληλα, όμως, η δεκαετία του ’60 ήταν της εξέγερσης, της χειραφέτησης, του πλουραλισμού, των νέων ιδεών, της «νεότητας», με τη διευρυμένη, ευφορική έννοια του όρου. Δεν ξεχνάμε ότι έκλεισε με δικτατορία, αλλά δεν της αφαιρούμε ούτε τη δυναμική ούτε τη σημασία της.

Η δεκαετία του ’60 ήταν «χρυσή» και παραγωγική και για τον ελληνικό κινηματογράφο. Η κοινωνία ήταν στο επίκεντρο των ταινιών, «άτιμη» ή τίμια, εργατική, αγαπούσε το καλό ντύσιμο, επένδυε στη νοικοκυροσύνη, στον γάμο και στα ειδύλλια. Στα γυμνάσια θηλέων ο Μπάρκουλης έκανε θραύση. Για τα κορίτσια ήταν πρότυπο, ο ιδανικός εραστής. Και όπως εύστοχα μας επισημαίνει ο συνομιλητής - ηθοποιός «άλλα πράγματα έβλεπαν οι μπαρκουλίτσες, άλλα βλέπουν οι ρουβίτσες». Διαχωρίζει χωρίς να υποβαθμίζει, αναρωτιέται (αναρωτιόμαστε) αν υπάρχει το ανάλογο του ζεν πρεμιέ Μπάρκουλη στη σημερινή εποχή. Οχι, καταλήγουμε είναι εντελώς διαφορετική η σχέση των ηθοποιών με το κοινό, διαμεσολαβημένη από πολλούς διαύλους επικοινωνίας, με τεχνολογική υποστήριξη και διαρκή ανάγκη ανατροφοδότησης, ώστε να είναι ο καλλιτέχνης διαρκώς «παρών». Οι «δημόσιες σχέσεις» είχαν πολύ πιο περιορισμένο ρόλο, η επαφή του Μπάρκουλη με το κοινό ήταν πιο «σωματική», οι επιλογές ζωής που πρόσφερε ο κινηματογράφος ήταν θεραπευτικές, είτε μέσα από την κωμωδία είτε μέσα από το δράμα.

Είχε ένα μέτρο εκείνη η εποχή, που επέβαλε η ίδια η κοινωνία και ο κινηματογράφος το ακολούθησε, το συνδιαμόρφωσε, το υπερασπίστηκε. Τον Ανδρέα Μπάρκουλη δεν θα τον θυμόμαστε για τους ρόλους που ερμήνευσε στο θέατρο ή στον κινηματογράφο, κι αυτό δεν ενέχει καμία υποτίμηση. Είναι η παρουσία του, η φωνή του, η τρυφερή (όχι επιθετική) γοητεία του, η εντιμότητα που ανέδινε (τα επί μέρους στοιχεία του βιογραφικού του δεν αφορούν την προσέγγισή μας), η μυρωδιά που είχε το καμαρίνι του: «Μοσχοβολούσε. Καθαρά κολλαρισμένα πουκάμισα, γραβάτες, όλα επιμελώς τακτοποιημένα».

Ο Ανδρέας Μπάρκουλης κουβαλούσε τον μύθο και τον μόχθο (υπήρχαν χρονιές που γύριζε 12 και 13 ταινίες) της δεκαετίας του ’60. Ηταν η εποχή του μύθου και του μόχθου που ήρθε ύστερα από μια καταστροφή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ