Παντελής Μπουκάλας ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

Ο από κοντού κατερχόμενος

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΣTAΣEIΣ

Στην περιοχή της ποίησης, που την αρδεύει η φαντασία από κοινού με την πραγματικότητα, η ιστορία του επί κοντώ δεν μετριέται με δεκαετίες αλλά με αιώνες. Πότε ακριβώς έζησε ο άγνωστος ποιητής που με ένα τετράστιχο «επιδεικτικό» επίγραμμα μας κληροδότησε τη γενεαλογία τού επί κοντώ, δεν το ξέρουμε. Και δεν μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι πήγε όντως να παρακολουθήσει θηριομαχίες σε κάποια αρένα και είδε εκεί τον άθλο που απαθανάτισε. Το ποίημα έχει αποθησαυριστεί στην αχανή «Παλατινή Ανθολογία», ανάμεσα σε πάμπολλα άλλα. Και είναι αφιερωμένο, σύμφωνα με τους σχολιαστές, «εις τον από κοντού κατερχόμενον θηριομάχην». Στον θηριομάχο δηλαδή που πήδησε από (ή με) κοντάρι.

Ξύλινο ήταν το κοντάρι του αθλητή μας, αφού, κατά τας γραφάς και τα λεξικά, «κοντός» ονομαζόταν το ξύλο του δόρατος. Και για να ’ναι γερά τα δόρατά τους, οι αρχαίοι τα έφτιαχναν πελεκώντας συνήθως το ξύλο της μελίας, του φράξου όπως λέμε σήμερα αυτό το υψηλής ωραιότητας δέντρο. Και ήταν τόσο σκληρό το συγκεκριμένο ξύλο που, κατά τον Ησίοδο, το χρησιμοποίησε ο Δίας για να δημιουργήσει το τρίτο γένος των ανθρώπων, το «χάλκειον». Ενα δάσος φράξου, το τελευταίο της Ελλάδας και από τα ελάχιστα της Ευρώπης, προστατεύεται πλέον διά νόμου, ως μνημείο της φύσης· εκεί, στον Φραξά, του Δήμου Μεσολογγίου πια, ανάμεσα Αχελώο και Ιόνιο, ούτε ένα χιλιόμετρο από το σχολείο του χωριού, μας πήγαιναν την κανονισμένη μηνιαία εκδρομή του Δημοτικού.

Επιστροφή στο επίγραμμα: «Κοντόν ανήρ κατέπηξε, δέμας δ’ εις ηέρα ρίψας / ιδνώθη προκάρηνος, ανεγρομένοιο δ’ ύπερθεν / θηρός υπερκατέβαινεν ευστρέπτοισι πόδεσσιν· / ουδέ λάβεν· λαοί δε μέγ’ ίακχον, έκφυγε ανήρ». Κάποιες οικείες λέξεις ίσως βοηθούν να σχηματίσουμε μιαν αδρή εικόνα: Ο επαγγελματίας του ρίσκου, με χιλιάδες μάτια πάνω του, δέχεται την επίθεση ενός θηρίου, λιονταριού ίσως ή τίγρης. Αντί να αντεπιτεθεί προσπαθώντας να το καρφώσει με το δόρυ του, πρωτοτυπεί: μπήγει το κοντάρι στο χώμα, τινάζεται στον αέρα, περνάει πάνω από τον τετράποδο διώκτη του και προσγειώνεται αποθεούμενος. Να πρόλαβε να κάνει και τούμπα στον αέρα, όπως βλέπω σε κάποιες μεταφράσεις, δεν φαίνεται πιθανό· οι λέξεις δεν μας οδηγούν σε τέτοια «αναπαράσταση» και το κοντάρι του δεν ήταν τόσο ελαστικό ώστε να κερδίσει το ύψος που θα χρειαζόταν για εναέριο κυβίστημα. Το «ιδνόομαι» σημαίνει «κάμπτομαι, κυρτούμαι, ιδίως εξ άλγους», όταν το σώμα συσπειρώνεται ανταλγικά. Η μεταφραστική μου δοκιμή λοιπόν: «Εμπηξε κάποιος το κοντάρι του στο χώμα / και στον αέρα το κορμί του τίναξε, συσπειρωμένο, με το κεφάλι του μπροστά. / Υπερπηδάει το θεριό που ορμούσε καταπάνω του, με πόδια σβέλτα προσγειώνεται. / Δεν τον πιάνει. Σώζεται. Κι ο κόσμος αλαλάζει». Επί κοντώ...

Ρωμαϊκή εποχή; Μάλλον. Ακόμα και το θέατρο του Διονύσου άλλωστε ο Νέρωνας το κακοποίησε μετασκευάζοντάς το σε αρένα για θηριομαχίες και μονομάχους…

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ