ΘΕΑΤΡΟ

Η τραγωδία των τραγωδιών

ΑΝΝΥ ΚΟΛΤΣΙΔΟΠΟΥΛΟΥ

Στιγμιότυπο από την παράσταση «Οιδίπους τύραννος» σε σκηνοθεσία Ρίμας Τούμινας.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΣΟΦΟΚΛΗΣ
Οιδίπους τύραννος
σκηνοθ.: Ρίμας Τούμινας
θέατρο: Επίδαυρος
(Εθνικό Θέατρο/Θ. Βαχτάνγκοφ)

Ο Στάθης Λιβαθινός (διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου της Αθήνας), παρουσιάζοντας τη δική του σοφόκλεια Αντιγόνη (Επίδαυρος 15 & 16/7) και αναθέτοντας στον Ρίμας Τούμινας (διευθυντή του Θεάτρου Βαχτάνγκοφ) τη σκηνοθεσία του Οιδίποδα τυράννου (Επίδαυρος 29 & 30/7) επιδίωξε προφανώς να καλύψει τα δύο πρώτα έργα της τριλογίας του θηβαϊκού κύκλου, που ολοκληρώνει ο Οιδίπους επί Κολωνώ, γραμμένος πολύ μεταγενέστερα. Μοιάζει να τα επέλεξε επειδή υποδειγματικά αντιπαραθέτουν δύναμη, αυτοπεποίθηση, αγαθές προθέσεις του ελεύθερου ατόμου με τα όρια που θέτει μια άλλη δύναμη, η κατά τον Σοφοκλή θεϊκή τάξη εντός μας, ικανή και να μας εκμηδενίσει, όταν η ισχύς γίνονται ύβρις, υπεροψία, εθελοτυφλία. Το κέντρο βάρους του Λιβαθινού στον υπεροπτικό και άκαμπτο Κρέοντα του Δημήτρη Λιγνάδη απέναντι στην άδολη ανυπακοή της Αντιγόνης, θα έδινε το χέρι στην ηγεμονική άρνηση του υψηλόφρονα Οιδίποδα να δει τα τόσα σημάδια αυτής της άλλης δύναμης κάθε φορά που βέβαιος και γενναίος προσπαθούσε να την αποφύγει.

Το αιωνόβιο σχεδόν Θέατρο Βαχτάνγκοφ που επηρέασε με τσεχοφικές –κυρίως– παραστάσεις Ανατολή και Δύση δεν ασχολήθηκε με το αρχαίο δράμα. Ο Λιθουανός Τούμινας ομολογεί στη Γιώτα Συκκά («Καθημερινή» 10/7/16) πως ως φοιτητής δεν είχε ιδέα πώς να μεταφέρει αυτή τη φιλολογία στη σκηνή. Με τον καιρό άρχισε να πλησιάζει τις τραγωδίες... γίνονταν γι’ αυτόν πιο ανθρώπινες και πιο μαλακές. Στη συνέχεια, απαντώντας στο ερώτημα «Ποιος είναι ο Οιδίποδας;» λέει: «Ανεξάρτητα από χαρακτήρα και περιστάσεις ... είναι ο πατέρας μου... η γενιά αυτών των ανθρώπων (“τιτάνων" λόγω δύναμης χαρακτήρα αλλά και αποδοχής των εγκλημάτων τους), που έχει φύγει».

Είναι φανερή η περιοριστική, η σχεδόν ιδιωτική αντιμετώπιση για τον σκηνοθέτη και η απουσία διαφοροποίησης της αρχαίας τραγωδίας από το αστικό, ευρωπαϊκό δράμα. Πολύ μακριά από τη θεώρηση του Μπρουκ, πως «πρόκειται για τελείως διαφορετικό γένος θεάτρου και γι’ αυτό δεν το αγγίζω».

Απαριθμώντας κανείς ομολογίες και χαρακτηρισμούς του σκηνοθέτη έχει την περιγραφή της άποψης για τον Οιδίποδα που είδαμε: Ψυχολογικο- φιλολογικό, ανθρώπινο δράμα –όχι τραγωδία– με άξονα την αρετή και την τόλμη ενός ανθρώπου. Ενας τεράστιος κύλινδρος με οπές-λαβές δεσπόζει στο πίσω μέρος της ορχήστρας, κυλίεται πάνω σε οδηγούς μπρος-πίσω, συμβολίζοντας τη μοίρα που συνθλίβει τα δραματικά πρόσωπα. Αυτά ερμηνεύονται από Ρώσους ηθοποιούς σε ρωσική γλώσσα, ενώ τα χορικά από Ελληνες στη δική τους.

Παρακολουθήσαμε ένα θέατρο με γνωστές αρετές, τεχνική, κατάκτηση του δύσκολου χώρου της Επιδαύρου, εκφορά λόγου, συναίσθημα, φωνητικά μεγέθη (Τειρεσίας, Οιδίπους, Αγγελος, βοσκοί, Ιοκάστη), ψυχολογικούς τονισμούς, ροή και ρυθμό. Παρακολουθήσαμε όμως και την απέλπιδα προσπάθεια ενός ακαδημαϊκού θεάτρου να γίνει «σημερινό», υιοθετώντας κάποιες «μοντερνιές», όπως την ατεκμηρίωτη θηλυπρέπεια και τον χαζο-σεντιμενταλισμό του Κρέοντα που φτάνει να τραγουδήσει στο αμήχανο κοινό: «είμαι αετός χωρίς φτερά...» μετά τις κατηγόριες του Οιδίποδα για συνωμοσία.

Παρακολουθήσαμε μιαν άκαμπτη Ιοκάστη τεράστιας ηλικιακής διαφοράς από τον γιο-σύζυγό της, εσωστρεφή, ξένο σώμα στην υποκριτική γραμμή της παράστασης. Εναν Οιδίποδα, Αμερικανό σταρ στην αρχή, «κοντινό» χειρονομιακά στον λαό του (να συνοδεύεται από έναν, διαρκώς στην τσίτα νεαρό με ιμάτιο, ασπίδα, περικεφαλαία και δόρυ, προφανώς το πολεμό-σκυλο του ηγεμόνα, που τρέχει γύρω-γύρω στην ορχήστρα απειλώντας τους πάντες), πιο ανθρώπινο στη συνέχεια, με ψύχραιμη συντριβή μετά την αποκάλυψη, να παίζει τη μετάνοιά του στο σαξόφωνο α λα Κλίντον, να εμφανίζεται δίχως ματωμένα μάτια, αποστασιοποιημένος από τον τραγικό σπαραγμό, τον θρήνο και τις κατάρες του συγκλονιστικού κειμένου. Παρακολουθήσαμε τη βουβή, φτερωτή ακόλουθο της Ιοκάστης, σαν λευκό προστάτη-άγγελο του Βιμ Βέντερς ή σαν σκοτεινή κατάρα της Σφίγγας και του Οίκου των Λαβδακιδών (;)

Παρακολουθήσαμε τέλος την αξιόλογη προσπάθεια του επίλεκτου χορού να χαράξει δικό του προσανατολισμό πάνω στη μουσική του Θόδωρου Αμπαζή, προσαρμοζόμενος (σπρέχκορ, συντονισμένη κίνηση) στον συγκεχυμένο, ψυχολογικό, συχνά μελοδραματικό κορμό της παράστασης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ