ΚΟΣΜΟΣ

Φορολογικά κίνητρα για επαναπατρισμό 1,2 τρισ. δολ. στις ΗΠΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ενώ μαίνεται η ένταση ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και στις Βρυξέλλες γύρω από το ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς που διασφαλίζουν αμερικανικές πολυεθνικές στην Ευρώπη, οι ΗΠΑ θέτουν τώρα στο στόχαστρό τους τα κεφάλαια ύψους 1,2 τρισ. δολαρίων, που, σύμφωνα με τον οίκο Moody’s, διατηρούν οι αμερικανικές πολυεθνικές στο εξωτερικό. Στόχος των αμερικανικών αρχών είναι, αφενός, η πιο αποτελεσματική φορολόγηση και, αφετέρου, ο επαναπατρισμός αυτών των ιλιγγιωδών ποσών. Και όπως σχολιάζουν σε δημοσίευμά τους οι Financial Times, οι στόχοι αυτοί αποτελούν κοινή επιδίωξη Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικανών, γι’ αυτό και η φορολογική μεταρρύθμιση που θα εξυπηρετεί αυτούς τους στόχους θα βρίσκεται στο πρόγραμμα της νέας κυβέρνησης των ΗΠΑ, όποια κι αν είναι η σύνθεσή της.

Ο λόγος για τα κεφάλαια που έχουν συγκεντρώσει στο εξωτερικό αμερικανικές εταιρείες όπως οι Google, Microsoft και Cisco, αλλά και η Apple. Διατηρώντας εκτός ΗΠΑ κεφάλαια ύψους 200 δισ. δολαρίων, η Apple έχει βρεθεί στο επίκεντρο της διαμάχης Ουάσιγκτον - Βρυξελλών με το εξαιρετικά ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς που φέρεται να έχει διασφαλίσει στην Ιρλανδία, όπου έχει μεταφέρει την έδρα της. Το θέμα αφορά και άλλες εταιρείες που έχουν μεταναστεύσει στην Ε.Ε., προκειμένου να μειώσουν δραστικά τη φορολογική τους επιβάρυνση, κάνοντας χρήση προνομιακών συμφωνιών για τις ξένες επενδύσεις ή καλυπτόμενες κάτω από παραπλανητικές συγχωνεύσεις με ευρωπαϊκές εταιρείες. Οι εταιρείες αυτές αποφεύγουν να επαναπατρίσουν τα κεφάλαιά τους στις ΗΠΑ υπό το υφιστάμενο φορολογικό καθεστώς, καθώς θα αναγκάζονταν να καταβάλουν φόρους έως 39% των εσόδων τους.

Η φορολογική μεταρρύθμιση που προτείνουν το στρατόπεδο των Δημοκρατικών και η προεδρική υποψήφιά τους Χίλαρι Κλίντον θέτει στο στόχαστρό της κατ’ αρχάς τις ένοχες συγχωνεύσεις: ορίζει πολύ αυστηρότερους όρους για να μπορεί μια αμερικανική εταιρεία να φορολογείται βάσει της νομοθεσίας μιας ευρωπαϊκής χώρας και συγκεκριμένα να κατέχει τουλάχιστον το 50% της μεικτής εταιρείας. Ως σήμερα το αντίστοιχο ποσοστό είναι μόλις 20%. Το σχέδιο της Χίλαρι Κλίντον προβλέπει, επίσης, την επιβολή «φόρου εξόδου» από τις ΗΠΑ, ώστε να διασφαλίσει ότι όσες εταιρείες μεταφέρουν αλλού την έδρα τους θα έχουν πληρώσει αρκετά στις αμερικανικές φορολογικές αρχές.

Συμφωνία «στρατοπέδων»

Σημείο σύγκλισης ανάμεσα σε Δημοκρατικούς και Ρεπουμπλικανούς είναι, άλλωστε, η προσπάθεια να πείσουν τις αμερικανικές εταιρείες να επαναπατρίσουν τα κεφάλαιά τους. Τόσο ο απερχόμενος πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα όσο και ο προεδρικός υποψήφιος των Ρεπουμπλικανών Ντόναλντ Τραμπ έχουν προτείνει την επιβολή εφάπαξ φόρου με χαμηλό συντελεστή, ώστε να αποδυναμώσουν τα κίνητρα για διατήρηση των κεφαλαίων στο εξωτερικό. Προ μηνών, μάλιστα, ο Τραμπ πρότεινε έναν εφάπαξ φόρο 10% ως «φόρο επαναπατρισμού» ή «φόρο μετάβασης», αλλά έχει πλέον αποσύρει την πρότασή του αυτή από το πρόγραμμά του. Ο Μπαράκ Ομπάμα έχει προτείνει αντίστοιχο φόρο 14% και υποστηρίζει ότι η πρότασή του θα μπορούσε να αποφέρει στο αμερικανικό κράτος 268 δισ. δολάρια σε διάστημα 10 ετών, οπότε και θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη χρηματοδότηση έργων υποδομής.

Η Χίλαρι Κλίντον δηλώνει ότι θέλει να λύσει το θέμα της εταιρικής φορολόγησης για να χρηματοδοτήσει εκτεταμένο πρόγραμμα έργων υποδομής τις πρώτες 100 ημέρες της προεδρικής της θητείας. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του επιτελείου της, οι προτάσεις της για έργα υποδομής θα έχουν κόστος 275 δισ. δολάρια μέσα στην επόμενη πενταετία. Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει υποσχεθεί να δαπανήσει το διπλάσιο ποσό σε έργα υποδομής. Οπως τονίζουν οι FT, οι ΗΠΑ είναι μία από τις ελάχιστες ανεπτυγμένες οικονομίες που φορολογούν το σύνολο των εσόδων μιας αμερικανικής εταιρείας και όχι μόνον τα έσοδά της στο εσωτερικό της χώρας. Δεδομένου ότι ο συντελεστής εταιρικής φορολογίας είναι υψηλός, οι εταιρείες απεχθάνονται το σύστημα και προσπαθούν να το αποφύγουν. Στελέχη των Ρεπουμπλικανών ζητούν την αντικατάσταση του συστήματος με τη φορολόγηση μόνον των εσόδων μιας εταιρείας από την εγχώρια αγορά. Παράγοντες της αγοράς προειδοποιούν, πάντως, ότι στην περίπτωση αυτή οι αμερικανικές εταιρείες θα έχουν ισχυρότατα κίνητρα να παραμείνουν στο εξωτερικό.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ