ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Τα αρνητικά επιτόκια, κίνδυνος για τα κέρδη των ασφαλιστικών εταιρειών

ΕΥΓΕΝΙΑ ΤΖΩΡΤΖΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Βόμβα για τη μακροπρόθεσμη κερδοφορία των ασφαλιστικών εταιρειών, ιδιαίτερα του κλάδου ζωής, αποτελούν τα αρνητικά επιτόκια και οι χαμηλές αποδόσεις που παρέχουν οι επενδύσεις σε σταθερούς τίτλους.

Ο κίνδυνος είναι αυξημένος για τις ελληνικές ασφαλιστικές εταιρείες, οι οποίες ενώ αντιμετωπίζουν την πρόκληση των αρνητικών επιτοκίων, έχουν δεσμευθεί έναντι των ασφαλισμένων τους με συμβόλαια που εγγυώνται ιδιαίτερα υψηλά επιτόκια, που φθάνουν το 5%. Πρόκειται για παλιά συμβόλαια που είχαν συναφθεί κυρίως κατά τις δεκαετίες του 1980 και του 1990 και τα οποία, σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, αντιπροσωπεύουν το 23,2% του χαρτοφυλακίου τους. Οι υψηλές εγγυήσεις για τις οποίες έχουν δεσμευθεί έναντι των ασφαλισμένων, είναι σε πλήρη αναντιστοιχία με τα επιτόκια των επενδύσεων, καθώς δεν μπορούν να υποστηριχθούν από τα σημερινά επίπεδα αποδόσεων. Στη διαπίστωση αυτή καταλήγει η εποπτική αρχή στην έκθεσή της για την «Επισκόπηση του Χρηματοπιστωτικού Συστήματος», που σημειώνει ότι «οι αντίστοιχες αποδόσεις των περιουσιακών στοιχείων στο τρέχον περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων υπολείπονται των απαιτούμενων για την κάλυψη των ανωτέρω εγγυήσεων».

Εκτός από τα ασφαλιστήρια συμβόλαια με επιτόκιο 5%, που αντιπροσωπεύουν το ένα τέταρτο περίπου του χαρτοφυλακίου των ασφαλιστικών εταιρειών, ανάλογος κίνδυνος προκύπτει και από το τμήμα των συμβολαίων, που είναι συνδεδεμένο με επιτόκια της τάξης του 4,25%. Πρόκειται για το 14% του χαρτοφυλακίου τους, ανεβάζοντας το συνολικό χαρτοφυλάκιο που είναι εκτεθειμένο σε αυξημένο κίνδυνο στο 37%, ενώ το υπόλοιπο 60% περίπου, συνδέεται με εγγυημένα επιτόκια από 2,5% έως και 3,3%. Από το συνολικό χαρτοφυλάκιο των εγγυημένων ασφαλιστηρίων συμβολαίων μόλις ένα ποσοστό 1,5% είναι συνδεδεμένο με εγγυήσεις 2%, που θεωρούνται πιο ρεαλιστικές σε σχέση με τις αποδόσεις που μπορούν να επιτευχθούν μέσω των επενδύσεων στην τρέχουσα συγκυρία και η οποία σύμφωνα με όλες τις εκτιμήσεις θα διαρκέσει για πολύ ακόμη.

Το γεγονός μάλιστα ότι οι ελληνικές ασφαλιστικές εταιρείες έχουν τοποθετημένο το 67% των επενδύσεών τους σε κρατικά ομόλογα, κυρίως ευρωπαϊκά όπου οι αποδόσεις είναι οριακές (-0,08% ετησίως για το γερμανικό δεκαετές ομόλογο, 0,93% το ισπανικό, 3,68% το κυπριακό), αυξάνει τον κίνδυνο και αν και δεν επηρεάζει ευθέως τα κεφάλαια με βάση τους νέους κανόνες του Solvency II, υπονομεύει τη μεσοπρόθεσμη ικανότητά τους να ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους, χωρίς να «τρώνε» για τον σκοπό αυτό μέρος από τα κεφάλαιά τους.

Την ίδια στιγμή, αυξημένο κίνδυνο για τα κεφάλαια των ασφαλιστικών εταιρειών στη χώρα μας, συνιστά η συγκέντρωση των καταθέσεων στις ελληνικές και κυπριακές τράπεζες. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΤτΕ πρόκειται για το 78% των προθεσμιακών καταθέσεων και παρά το γεγονός, ότι δεν αντιπροσωπεύουν μεγάλο μέρος του επενδυτικού χαρτοφυλακίου, «χτυπάνε» απευθείας τον δείκτη φερεγγυότητας του εποπτικού πλαισίου Solvency II, αποτελώντας το 30% της συνολικής κεφαλαιακής απαίτησης.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στη σχετική έκθεση της εποπτικής αρχής, από το σύνολο του επενδυτικού χαρτοφυλακίου των ελληνικών ασφαλιστικών εταιρειών, ύψους 11,3 δισ. ευρώ, τα 7,2 δισ. ευρώ είναι επενδεδυμένα σε σταθερούς ομολογιακούς τίτλους, 2,3 δισ. ευρώ σε αμοιβαία κεφάλαια, 959 εκατ. ευρώ σε προθεσμιακές καταθέσεις, 676 εκατ. ευρώ σε ακίνητα και 233 εκατ. ευρώ σε καταθέσεις όψεως.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ