ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ηρθε η ώρα των κυβερνήσεων να ρίξουν χρήμα

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Αύξηση των δημοσίων επενδύσεων ζητούν όλο και πιο επιτακτικά πολλοί Αμερικανοί κεντρικοί τραπεζίτες, και πιο δειλά ορισμένοι ομόλογοί τους της ΕΚΤ, υποστηρίζοντας ότι η νομισματική πολιτική έχει φτάσει στα όριά της. Σύμφωνα με υπολογισμούς του Ρόιτερς, η μείωση των επενδύσεων κατά σχεδόν 1% του ΑΕΠ από το 2008 και μετά έχει συρρικνώσει το αμερικανικό ΑΕΠ κατά 1 τρισ. δολάρια. Η προσοχή των επενδυτών στρέφεται σήμερα στο Τζάκσον Χολ των ΗΠΑ, με την ελπίδα ότι η κ. Τζάνετ Γέλεν, πρόεδρος της αμερικανικής ομοσπονδιακής τράπεζας (Fed), θα αποκαλύψει στοιχεία για το πότε θα μπορούσε να αυξήσει η Fed τα επιτόκια δανεισμού. Οικονομολόγοι της ΕΚΤ επιχειρηματολογούν σε χθεσινή τους έκθεση υπέρ της αύξησης των δαπανών στον «πυρήνα» της Ευρωζώνης, δηλαδή κυρίως στη Γερμανία, ως μέσο για την ενίσχυση της ανάπτυξης στις χώρες της λεγόμενης «περιφέρειας» και για την αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ των δύο.

Για έργα υποδομής

Το τελευταίο διάστημα, πέντε εκ των Αμερικανών κεντρικών τραπεζιτών έχουν ταχθεί δημοσίως υπέρ της αύξησης των δημοσίων δαπανών, κυρίως σε έργα υποδομής, ως αναγκαίο μέτρο ώστε να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της υποτονικής ανάπτυξης, της μείωσης της παραγωγικότητας και της πτώσης των ιδιωτικών επενδύσεων. Υπέρ της αύξησης των δημοσίων επενδύσεων έχουν ταχθεί κορυφαίοι αξιωματούχοι, από την κ. Γέλεν και τέσσερις ακόμη προέδρους της Fed, μέχρι πιο συντηρητικούς παράγοντες όπως ο κ. Τζερόμ Πάουελ, πρώην τραπεζίτης και μέλος της κυβέρνησης Μπους. Το μήνυμα που στέλνουν οι Αμερικανοί κεντρικοί τραπεζίτες είναι πως ο επόμενος πρόεδρος και το επόμενο Κογκρέσο θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν πως η νομισματική πολιτική έχει φτάσει στα όριά της και ότι ο καλύτερος τρόπος για να ενισχύσουν την αμερικανική οικονομία θα ήταν η επένδυση σε έργα υποδομής. Μια τέτοια κίνηση υπολογίζεται ότι θα αυξήσει την εμπιστοσύνη και των ιδιωτών επενδυτών στην αμερικανική οικονομία, κάτι που θα έπρεπε να οδηγήσει σε αύξηση και των ιδιωτικών επενδύσεων.

Στην Ευρώπη, οικονομολόγοι της ΕΚΤ υποστήριξαν χθες σε μελέτη τους ότι οι οικονομίες της Ευρωζώνης που έχουν τα δημοσιονομικά περιθώρια να αυξήσουν τις δαπάνες τους καλό θα ήταν να το κάνουν, προς όφελός τους αλλά και χάριν ολόκληρης της Ευρωζώνης. Η παραίνεση απευθύνεται κυρίως στη Γερμανία, η οποία εμφανίζει τα τελευταία χρόνια τεράστιο πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών και δημοσιονομικό πλεόνασμα εφέτος και πέρυσι. Κατά την ΕΚΤ, η αύξηση των δαπανών στον «πυρήνα» θα μειώσει τα πραγματικά επιτόκια δανεισμού και θα τονώσει την ανάπτυξη, ωφελώντας ολόκληρη την Ευρωζώνη.

Γερμανικό πλεόνασμα

Το δημοσιονομικό πλεόνασμα της Γερμανίας αυξήθηκε το πρώτο εξάμηνο του 2016 στα 18,5 δισ. ευρώ ή στο 1,2% του ΑΕΠ, γεγονός που έχει οδηγήσει σε αντιπαράθεση στους κόλπους της κυβέρνησης για το αν θα έπρεπε η χώρα να χρησιμοποιήσει αυτά τα χρήματα ώστε να μειώσει τους φόρους, να αυξήσει τις δημόσιες δαπάνες ή αν θα έπρεπε να τα αποταμιεύσει για πιο δύσκολες εποχές. Το δημοσιονομικό πλεόνασμα είναι το υψηλότερο τουλάχιστον από το 1990 και επιτεύχθηκε χάρη στη σχετικά υψηλή ανάπτυξη και στη μείωση του κόστους δανεισμού. Η ύπαρξη του μεγάλου πλεονάσματος έχει επιτρέψει στον υπουργό Οικονομικών κ. Σόιμπλε να αυξήσει τις δημόσιες δαπάνες για έργα υποδομής, άλλωστε το 2017 είναι έτος εκλογών. Πολλοί οικονομολόγοι, όπως ο Χόλγκερ Σάντε της Nordea Bank και ο Κάρστεν Μπρζέσκι της ING, υποστηρίζουν ότι η έλλειψη νέων επενδύσεων αποτελεί την αχίλλειο πτέρνα της γερμανικής οικονομίας. Οι Σοσιαλδημοκράτες υποστηρίζουν ότι πρέπει να αυξηθούν οι επενδύσεις σε παιδεία και στην κοινωνική πολιτική, ενώ οι Χριστιανοδημοκράτες της κ. Μέρκελ προτιμούν μείωση της φορολογίας για τη μέση γερμανική οικογένεια.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ