ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ

Ντίσκο, χιπ χοπ και ενηλικίωση στο Μπρονξ του ’70

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΧΑΡΜΠΗΣ

Το «The Get Down» παρακολουθεί εφήβους της δεκαετίας του ’70.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γ​​ράψαμε πριν από περίπου ένα μήνα για το «Stranger Things», την υπέροχη σειρά φαντασίας του Netflix, χαρακτηρίζοντάς τη μάλιστα την «καλύτερη του καλοκαιριού». Βιαστήκαμε, ίσως, κι αυτό γιατί η ίδια η αμερικανική διαδικτυακή πλατφόρμα μας σερβίρει τώρα κάτι εξίσου αξιόλογο, αν όχι ακόμη καλύτερο. Το «The Get Down» του Μπαζ Λούρμαν («Μoulin Rouge», «Ο υπέροχος Γκάτσμπι») είναι η ιστορία μιας παρέας εφήβων που μεγαλώνουν στο Μπρονξ της Νέας Υόρκης, στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Πορτορικανοί, Αφροαμερικανοί και Μεξικανοί· όλοι ζουν, δουλεύουν και ονειρεύονται μέσα σε μια άγρια, γεμάτη κινδύνους γειτονιά, που είναι ωστόσο το σπίτι τους.

Κέντρο του κόσμου τους είναι η μουσική. Είτε πρόκειται για την όμορφη Μαϊλίν, η οποία ονειρεύεται να γίνει σταρ της ντίσκο, είτε για τον φίλο της Ζικ που γεμίζει τετράδια με ευφάνταστες ρίμες, σκοπός τους είναι να διακριθούν και να ξεφύγουν από τη φτώχεια, μέσω του ρυθμού που βλέπεις καθαρά πως ρέει στο αίμα τους. Αυτός ο ρυθμός είναι που ενδιαφέρει και τον Λούρμαν. Οπως έκανε και το προ ολίγου καιρού «Vinyl» (δυστυχώς δεν πήρε «πράσινο φως» για δεύτερη σεζόν) το «The Get Down» επιχειρεί μια ιστορική βουτιά στη μουσική σκηνή μιας εποχής –και μιας πόλης– η οποία καθόρισε σε μεγάλο βαθμό τις μετέπειτα εξελίξεις. Και πετυχαίνει διάνα. Η διαφορά του με το σόου του HBO και ταυτόχρονα η μεγαλύτερη αρετή του, είναι ότι δεν περιγράφει αφ’ υψηλού τη βιομηχανία, στολίζοντας απλώς την αφήγηση με το κατάλληλο σάουντρακ. Αντιθέτως, πηγαίνει σε πολύ μεγαλύτερο βάθος, εξερευνώντας τους πόθους, τις αγωνίες, τις χαρές και τις λύπες εκείνων που δημιουργούν την τέχνη. Ετσι και στη σειρά βλέπουμε την ακμή της αμερικανικής ντίσκο με τους DJ να έχουν περίπου τη φήμη θεών στα κλαμπ του Μπρονξ και τους νεαρούς Αφροαμερικανούς να τα δίνουν όλα στην πίστα. Βλέπουμε ακόμα τη γέννηση του χιπ-χοπ, μέσα σε άδεια οικόπεδα και εγκαταλελειμμένα κτίρια της περιοχής, από παιδιά που ναι μεν βρίσκονται στο κατώφλι της εγκληματικότητας, διψούν όμως και να εκφράσουν την επαναστατικότητά τους προς ένα κόσμο που (από τότε) τους έβαζε να παίξουν την παρτίδα με λειψά χαρτιά. Οι ίδιοι ονειροπολούν βλέποντας από τις ταράτσες τα κατάφορτα με γκράφιτι τρένα που κατευθύνονται στο Μανχάταν, καθώς το υπέροχα μονότονο «Vitamin C» των Can παίζει ξανά και ξανά και ξανά...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ