ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Χρονοδιάγραμμα για τη μείωση των «κόκκινων» δανείων

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ

Σε επίπεδο νοικοκυριών αναμένεται να ακολουθηθεί μια πιο επιθετική τακτική στο μέτωπο των καταναλωτικών «κόκκινων» δανείων, ενώ πιο συντηρητική στάση θα κρατήσουν οι τράπεζες στα στεγαστικά.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Τράπεζες

Ορόσημο για την αντιμετώπιση του μεγάλου προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων θα αποτελέσει ο Σεπτέμβριος, καθώς μέχρι το τέλος του μήνα, τράπεζες και Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός (SSM) θα συμφωνήσουν για το χρονοδιάγραμμα και τους στόχους μείωσης των «κόκκινων» δανείων.

Για την ακρίβεια, η κάθε τράπεζα θα δεσμευθεί έναντι του SSM για συγκεκριμένα αποτελέσματα και θα δίνει αναφορά κάθε τρίμηνο για την επίτευξη των στόχων. Αν υπάρχουν αποκλίσεις, η τράπεζα θα πρέπει να ενεργοποιεί πρόσθετες διορθωτικές ενέργειες για την επίτευξη των στόχων για τους οποίους έχει δεσμευθεί. Ετσι από την 1η Οκτωβρίου, ο χρόνος θα μετρά αντίστροφα για τις διοικήσεις των τραπεζών και την αντιμετώπιση του μεγάλου προβλήματος των «κόκκινων» δανείων, τα οποία ξεπερνούν τα 100 δισ. ευρώ, καθώς έως το τέλος του 2016 θα πρέπει να παρουσιάσουν τα πρώτα απτά αποτελέσματα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΤτΕ, στο τέλος του Μαρτίου 2016, τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα (που περιλαμβάνουν δάνεια σε καθυστέρηση άνω των 90 ημερών και δάνεια σε ρύθμιση) ανήλθαν στο 55,2% στον τομέα της καταναλωτικής πίστης, στο 44,6% στα επιχειρηματικά δάνεια και στο 42% στα στεγαστικά δάνεια.

Ο συνολικός στόχος για τη μείωση των «κόκκινων» έχει καθοριστεί στο 40% μέχρι το τέλος του 2019, δηλαδή περίπου κατά 13% σε ετήσια βάση. Ετσι βάσει του σχεδιασμού, το «βουνό» των 100 δισ. ευρώ των προβληματικών δανείων θα πρέπει να συρρικνωθεί στα 60 δισ. ευρώ στο τέλος 2019.

Στον τομέα της λιανικής, δηλαδή δάνεια που έχουν χορηγηθεί σε νοικοκυριά, οι τράπεζες θα ακολουθήσουν μια πιο επιθετική τακτική στο μέτωπο των καταναλωτικών «κόκκινων» δανείων, ενώ πιο συντηρητική στάση θα ακολουθήσουν στα στεγαστικά. Οι τράπεζες θα προχωρήσουν σε πωλήσεις χαρτοφυλακίων μη εξυπηρετούμενων καταναλωτικών δανείων –το συνολικό ύψος των οποίων φτάνει τα 13,6 δισ. ευρώ– σε εξειδικευμένες εταιρείες. Οι τράπεζες έχουν ήδη διενεργήσει προβλέψεις άνω του 80% και έτσι μπορούν να προχωρήσουν σε πωλήσεις δανείων της κατηγορίας δίχως ζημίες.

Στα στεγαστικά όπου τα «κόκκινα» φτάνουν τα 27,5 δισ. ευρώ οι τράπεζες θα κινηθούν με μεγαλύτερη προσοχή, επιδιώκοντας μακροχρόνιες ρυθμίσεις (που μπορεί να ξεπερνούν ακόμα και τα 60 έτη), την αγορά από τον δανειολήπτη και την ενοικίαση στον ίδιο του ακινήτου κ.ά. Παράλληλα θα προχωρήσουν σε πλειστηριασμούς σε περιπτώσεις «στρατηγικών κακοπληρωτών», αλλά και σε περιπτώσεις δανειοληπτών που δεν δείχνουν διάθεση συνεργασίας.

Στα επιχειρηματικά δάνεια, σε ό,τι αφορά τα «κόκκινα» δάνεια μεγάλων επιχειρήσεων, τα οποία υπολογίζονται σε 25-30 δισ. ευρώ, οι τράπεζες θα προχωρήσουν σε αναδιαρθρώσεις, συγχωνεύσεις και την προσέλκυση νέων επενδυτών. Στις περιπτώσεις που οι υφιστάμενοι μέτοχοι δεν συνεισφέρουν νέα κεφάλαια, ώστε οι επιχειρήσεις, σε συνδυασμό με μια αναδιάρθρωση του δανεισμού, να καταστούν βιώσιμες, θα αναλάβουν τον έλεγχο και θα αναζητήσουν νέους επενδυτές. Σύμφωνα με πληροφορίες, υπάρχει ισχυρό ενδιαφέρον από ξένα επενδυτικά σχήματα, τα οποία μπορούν να επενδύσουν σε συγκεκριμένες εταιρείες, αναλαμβάνοντας τον έλεγχό τους. Ενδιαφέρον υπάρχει και για μεσαίες επιχειρήσεις.

Για τις μικρές επιχειρήσεις

Αντίθετα πιο δύσκολη είναι η κατάσταση σε δάνεια που έχουν δοθεί σε πολύ μικρές επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες, τα οποία προσεγγίζουν τα 20 δισ. ευρώ και τα οποία σε πολύ μεγάλο ποσοστό δεν εξυπηρετούνται. Για τα δάνεια αυτά δεν είναι εύκολο να βρεθούν επενδυτές ή να καταστούν βιώσιμα μέσω μακροπρόθεσμων ρυθμίσεων. Σημειώνεται ότι ο υψηλότερος δείκτης μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων εντοπίζεται στον κλάδο της εστίασης με 76% και ακολουθούν κλωστοϋφαντουργία με 73%, βιομηχανία χάρτου - ξύλου 72%, τηλεπικοινωνίες - πληροφορική - ενημέρωση με 59%, κατασκευές 52%, μεταποίηση 52%, τουρισμός 49% και εμπόριο 48%.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ