ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μετατρέπουν καλές ιδέες σε επιχειρήσεις

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΚΑΓΙΑΝΝΗΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Την περασμένη εβδομάδα, η εταιρεία Cambridge Innovation Capital (CIC), δηλαδή το επενδυτικό ταμείο του Πανεπιστημίου του Cambridge, άντλησε κεφάλαια ύψους περίπου 88 εκατ. ευρώ, τα οποία θα χρησιμοποιήσει ώστε να χρηματοδοτήσει εταιρείες startup που προέρχονται κατά κανόνα από το ίδιο το πανεπιστήμιο ή από την ευρύτερη περιοχή του Κέμπριτζ. Ο κυπριακής καταγωγής κ. Βίκτορ Χρήστου, διευθύνων σύμβουλος της CIC, είχε ανακοινώσει την ίδια ημέρα την πρόθεση της εταιρείας venture capital να εισαχθεί στο χρηματιστήριο του Λονδίνου σε 12 με 18 μήνες από σήμερα. Η λεγόμενη εμπορευματοποίηση της πανεπιστημιακής έρευνας αποτελεί πολύπλοκο θέμα με θετικά και αρνητικά στοιχεία. Ο κ. Χρήστου εξηγεί στην «Κ» πώς λειτουργεί στην πράξη η εταιρεία CIC, σκοπός της οποίας είναι «να επενδύει σε εταιρείες που προέρχονται από το Πανεπιστήμιο του Cambridge και από την ευρύτερη περιοχή και οι οποίες διαθέτουν πλούτο σε πνευματικά δικαιώματα».

Ο στόχος της CIC, η οποία είχε δημιουργηθεί το 2013 με αρχικό κεφάλαιο περίπου 58 εκατ. ευρώ και μεγαλομέτοχο το ίδιο το Πανεπιστήμιο του Cambridge, είναι «να εντοπίζει, να διαμορφώνει, να εξελίσσει και να εμπνέει τη δημιουργία εταιρειών στον τομέα της υγείας και της τεχνολογίας». «Η επένδυση σε εταιρείες που έχουν δημιουργηθεί από ανθρώπους του πανεπιστημίου αποτελεί συνηθισμένη πρακτική για τα πανεπιστήμια», λέει ο κ. Χρήστου, τονίζοντας ότι ο ρόλος της Cambridge Innovation Capital είναι να τους παρέχει επιπλέον χρηματοδότηση και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα συγκριτικά με τους συνηθισμένους επενδυτές σε startup εταιρείες. Τα ελληνικά πανεπιστήμια δεν έχουν υιοθετήσει, ακόμη, αυτή τη φιλοσοφία, δηλαδή να αναζητούν χρηματοδότηση για την έρευνά τους στις αγορές και σε ιδιώτες επενδυτές. Κατά κύριο λόγο χρηματοδοτούν την έρευνά τους μέσω ευρωπαϊκών προγραμμάτων ή σε ορισμένες περιπτώσεις αναπτύσσουν προϊόντα ή υπηρεσίες για πελάτες (είτε ιδιώτες είτε κρατικές εταιρείες) κατόπιν παραγγελίας. Αλλωστε το ελληνικό νομικό πλαίσιο αποτελεί σημαντικό εμπόδιο στην προσπάθεια των ελληνικών πανεπιστημίων να επενδύσουν τα ίδια στην έρευνά τους και να προσελκύσουν ιδιώτες επενδυτές.

Η εταιρεία Cambridge Innovation Capital είναι επισήμως «προτιμητέος επενδυτής» για το Πανεπιστήμιο του Cambridge, το οποίο άλλωστε είναι και θα παραμείνει ο μεγαλύτερος μέτοχός της κατέχοντας το ένα τρίτο της εταιρείας. «Εχουμε μοναδική σχέση με την Cambridge Enterprise (σ.σ. δηλαδή την εταιρεία του πανεπιστημίου που εντοπίζει ερευνητικές προσπάθειες που έχουν εμπορικό ενδιαφέρον), η οποία μας δίνει πρόσβαση σε επενδυτικές ευκαιρίες που προέρχονται από το ίδιο το πανεπιστήμιο. Εχουμε δικαιώματα επένδυσης, μαζί με την Cambridge Enterprise, σε αρχικό στάδιο και δικαιώματα προτίμησης σε εταιρείες που προέρχονται από το πανεπιστήμιο», λέει ο κ. Χρήστου.

Στα τρία χρόνια της λειτουργίας της, η CIC έχει επενδύσει 38 εκατ. ευρώ σε 13 εταιρείες startup. Με τα νέα κεφάλαια που άντλησε η CIC την περασμένη εβδομάδα πλέον διαθέτει 110 εκατ. ευρώ, τα οποία θα επενδύσει σε νέες εταιρείες τα επόμενα δύο με τρία χρόνια. Κατά κανόνα, η CIC επενδύει 2 με έξι εκατομμύρια ευρώ σε κάθε startup. Είναι σημαντικό ότι η CIC έχει πιο μακροπρόθεσμο επενδυτικό ορίζοντα από κάποιον συνηθισμένο επενδυτή σε startup, εξηγεί ο κ. Χρήστου.

Ο ίδιος ο διευθύνων σύμβουλος της CIC, γεννημένος στη Βρετανία από Κύπριο πατέρα και Βρετανίδα μητέρα, αποτελεί ιδανική περίπτωση, ώστε να φέρνει σε επαφή πανεπιστημιακούς ερευνητές και επενδυτές.

Είχε ξεκινήσει την καριέρα του ως χημικός παίρνοντας το πτυχίο και το διδακτορικό του από το Imperial College του Λονδίνου, ενώ είχε χρηματίσει και ερευνητής υλικών στα πανεπιστήμια Berkeley και Οξφόρδης.

Στη συνέχεια είχε ιδρύσει την εταιρεία Opsys, η οποία ειδικεύεται στον φωτισμό OLED και είχε καταφέρει να την αναπτύξει σε μια εταιρεία με δραστηριότητα σε Βρετανία, ΗΠΑ και Ιαπωνία. Πριν αναλάβει την CIC είχε εργαστεί στις επενδυτικές εταιρείες Wellington Partners και Oxford Capital. Με λίγα λόγια, γνωρίζει καλά και τις δύο πλευρές, αυτήν του πανεπιστημιακού ερευνητή και αυτήν του επενδυτή σε startup εταιρείες. Η γνώση του αυτή είναι πολύ χρήσιμη, διότι «οι πανεπιστημιακοί συχνά υποτιμούν πόσο δύσκολο μπορεί να είναι να εκμεταλλευτείς εμπορικά μια νέα τεχνολογία», λέει ο κ. Χρήστου. «Οι πανεπιστημιακοί ερευνητές συνήθως δεν είναι έμπειροι επιχειρηματίες και συχνά υπάρχει χάσμα μεταξύ μιας εξαιρετικής ιδέας και μιας σοβαρής επιχείρησης. Αφιερώνουμε χρόνο ώστε να γεφυρώσουμε αυτό το χάσμα. Οσο καλή και να είναι τεχνολογία που έχουν αναπτύξει, συχνά πρέπει να γίνει σημαντική δουλειά, ώστε να φτιάξουμε ένα προϊόν ή μια επιχείρηση. Συνήθως πρέπει να φέρουμε καινούργιους ανθρώπους και να εξηγήσουμε στον πανεπιστημιακό ότι σε κάποιο στάδιο θα πρέπει να επιτρέψουν σε άλλους να μετατρέψουν μια εξαιρετική ιδέα σε μια εξαιρετική επιχείρηση. Συχνά είναι δύσκολο να πείσουμε τον πανεπιστημιακό ότι θα ήταν καλύτερα αν έμενε στο πανεπιστήμιο αντί να προσπαθεί να κάνει δύο δουλειές ταυτόχρονα διοικώντας και την εταιρεία. Συχνά αυτή η επιλογή έχει άσχημη κατάληξη», εξηγεί ο κ. Χρήστου.

Δεδομένων των προβλημάτων χρηματοδότησης που αντιμετωπίζουν τα ελληνικά πανεπιστήμια ίσως να μην ήταν κακή ιδέα να ακολουθήσουν το μοντέλο xρηματοδότησης της έρευνας που έχουν ακολουθήσει τα αμερικανικά, βρετανικά και πολλά άλλα πανεπιστήμια ανά τον κόσμο. «Πράγματι, το μοντέλο αυτό έχει αποδώσει πολύ ικανοποιητικά στη Βρετανία και σε άλλες χώρες», λέει ο κ. Χρήστου. «Πρέπει κανείς να διαχειριστεί προσεκτικά τη σχέση μεταξύ της εταιρείας venture capital και του πανεπιστημίου, ώστε να έχουν κοινές προσδοκίες. Θα πρέπει να υπάρξει και διαφορά στην προσέγγιση ανάλογα με το κάθε εκπαιδευτικό σύστημα. Στα ελληνικά πανεπιστήμια γίνεται αξιόλογο ερευνητικό έργο. Η μετατροπή του σε εμπορικό προϊόν ίσως να αποτελούσε έναν τρόπο να ενισχυθεί η ανάπτυξη της οικονομίας», εξηγεί ο κ. Χρήστου.

Διαφορετικές στρατηγικές

Η χρηματοδότηση εταιρειών startup έχει μεγάλο ρίσκο, δεδομένου ότι οι περισσότερες εξ αυτών τελικά δεν καταφέρνουν να αναπτυχθούν σε τέτοιο βαθμό, ώστε τελικά να εξαγοραστούν από κάποιον στρατηγικό επενδυτή, κατάληξη που θα απέφερε τα περισσότερα κέρδη για τους αρχικούς επενδυτές. Κάποια πανεπιστήμια, όπως το Στάνφορντ, διαθέτουν πολύ μικρότερες εταιρείες venture capital, παρ’ όλα αυτά το συγκεκριμένο κατατάσσεται πρώτο, τα τελευταία χρόνια, στη δημιουργία εταιρειών startups και στην προσέλκυση κεφαλαίων γι’ αυτές. Το δε MIT δεν έχει δημιουργήσει μέχρι σήμερα εταιρεία venture capital, υποστηρίζοντας ότι η ίδια η πόλη του Κέμπριτζ (ΗΠΑ) είναι το καλύτερο δίκτυο επενδυτών που θα μπορούσε να έχει το πανεπιστήμιο.

Μία από τις παλαιότερες εταιρείες venture capital είχε δημιουργηθεί (και εξακολουθεί να υπάρχει) το 1997 από φοιτητές του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν. Υπάρχει δε και η περίπτωση του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, το οποίο είχε δημιουργήσει τη δική του εταιρεία venture capital το 2011, ονόματι «The Experiment Fund», σε συνεργασία με ιδιώτες επενδυτές. Εως το 2014 η εταιρεία ήταν επιτυχημένη μέχρι που ένας από τους ιδιώτες εταίρους πρότεινε τη μετονομασία της σε Xfund και την άντληση κεφαλαίων 100 εκατ. δολαρίων.

Σήμερα η υπόθεση βρίσκεται στα αμερικανικά δικαστήρια και η εταιρεία έχει πάψει να επιτελεί τον ρόλο της εξαιτίας προσωπικών διαφορών των στελεχών της.

Επενδύσεις με στόχο έσοδα, φήμη και έρευνα

Η ίδρυση εταιρειών venture capital από πανεπιστήμια, συνήθως σε συνεργασία με ιδιώτες επενδυτές, αποτελεί σχετικά πρόσφατη εξέλιξη ακόμη και στις ΗΠΑ, τη χώρα όπου οι χρηματοπιστωτική αγορά είναι πιο εξελιγμένη από οπουδήποτε αλλού. Βασικός στόχος αυτής της προσπάθειας είναι να βοηθήσει το πανεπιστήμιο τους φοιτητές του να μετατρέψουν μια ενδιαφέρουσα ιδέα σε επιχείρηση ή σε εμπορικό προϊόν.

Εξίσου σημαντικός στόχος είναι τα έσοδα που θα μπορούσε να έχει ένα πανεπιστήμιο από την επιτυχή πορεία και πώληση μιας εταιρείας την οποία είχε χρηματοδοτήσει στο αρχικό της στάδιο. Επιπλέον ένα πανεπιστήμιο μπορεί να ελπίζει βάσιμα ότι αν αποκτήσει τη φήμη πως εκτός από σημαντική επιστημονική έρευνα παράγει και ενδιαφέρουσες νέες εταιρείες και προϊόντα, τότε θα προσελκύσει ακόμη περισσότερους φιλόδοξους φοιτητές (και καθηγητές) που θα ενισχύσουν την όλη διαδικασία και τελικά το ίδιο το πανεπιστήμιο. Φυσικά τίθεται το ζήτημα της εμπορευματοποίησης της πανεπιστημιακής έρευνας, ιδιαίτερα για τα δημόσια πανεπιστήμια. Τα επιπλέον έσοδα που μπορεί να προσδοκά ότι θα πάρει ένα πανεπιστήμιο από τις εταιρείες startup που έχει χρηματοδοτήσει θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τη χρηματοδότηση νέων ερευνών. Από την άλλη πλευρά θα ήταν χρήσιμο να τηρείται το μέτρο, ώστε να μην καταλήξει ένα πανεπιστήμιο να κάνει μόνο έρευνες που ενδιαφέρουν την αγορά. Θα πρέπει να ειπωθεί επίσης ότι η χρηματοδότηση εταιρειών startup έχει μεγάλο οικονομικό ρίσκο, δεδομένου ότι οι περισσότερες εξ αυτών τελικά δεν καταφέρνουν να γίνουν βιώσιμες.

Μεταφορά τεχνολογίας

Πολλά πανεπιστήμια έχουν δημιουργήσει εδώ και δεκαετίες τα λεγόμενα γραφεία μεταφοράς τεχνολογίας, ουσιαστικά μια εταιρεία του πανεπιστημίου, αντικείμενο της οποίας είναι η εκμετάλλευση των πατεντών και πνευματικών δικαιωμάτων από την έρευνα που παράγεται στο πανεπιστήμιο. Η δημιουργία εταιρειών venture capital, οι οποίες ειδικεύονται στη χρηματοδότηση εταιρειών startup, φαίνεται να γνωρίζει άνθηση από τα μέσα της δεκαετίας του 2000 και μετά, και ιδιαίτερα από το 2010 και μετά. Η τάση συνδέεται με την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας γενικότερα, ενδεχομένως να συνδέεται και με την περικοπή της χρηματοδότησης των πανεπιστημίων μετά την κρίση του 2008-2009. Από τις πρώτες προσπάθειες ήταν η δημιουργία της εταιρείας Imperial Innovations από το Πανεπιστήμιο Imperial College του Λονδίνου (συμμετείχαν και πανεπιστήμια της Οξφόρδης του Κέμπριτζ και του Λονδίνου), η οποία έχει εισαχθεί στο χρηματιστήριο του Λονδίνου. Από το 2006 η Imperial Innovations έχει χρηματοδοτήσει εταιρείες που έχουν προκύψει από τους καθηγητές και φοιτητές αυτών των πανεπιστημίων με το ποσό των 236 εκατ. λιρών και τις έχει βοηθήσει να προσελκύσουν χρηματοδότηση από ιδιώτες επενδυτές συνολικού ύψους 1,3 δισ. λιρών.

Πολύ πιο πρόσφατα, το φθινόπωρο του 2015 το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας αποφάσισε να δημιουργήσει τη δική του εταιρεία venture capital, με αρχικό κεφάλαιο ύψους 250 εκατ. δολαρίων. Η UC Ventures θα χρηματοδοτεί εταιρείες startup που προέρχονται από τα δέκα πανεπιστημιακά του ιδρύματα, τα πέντε ιατρικά του κέντρα και τα τρία εθνικά του ερευνητικά εργαστήρια. Τα κεφάλαια που θα επενδύσει η UC Ventures προέρχονται από το κληροδότημα του πανεπιστημίου, ύψους 9 δισ. δολαρίων. «Αν μπορούμε να πάρουμε αυτό το κεφάλαιο και να το επενδύσουμε με πειθαρχημένο τρόπο σε συνεργασία με την πανεπιστημιακή κοινότητα, και αν η μερίδα του λέοντος από αυτά τα κέρδη επέστρεφε στο πανεπιστήμιο και στο καταπίστευμα, είναι ο καλύτερος τρόπος ώστε να ενισχύσουμε την καινοτομία», είχε δηλώσει τον Σεπτέμβριο του 2015 στη Wall Street Journal ο κ. Τζαγκντίπ Σινχ Μπάχερ, επικεφαλής επενδύσεων του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας. «Είναι μεγάλη ευκαιρία για όλους όχι μόνο να ενισχύσουμε την έρευνα, αλλά και να βρούμε ιδέες που θα τις κάνουμε εμπορικά επιτυχημένες», είχε προσθέσει. Μέχρι σήμερα έχουν δημιουργηθεί περισσότερες από 700 εταιρείες startup από μέλη του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας, με στόχο να εκμεταλλευτούν εμπορικά την πανεπιστημιακή έρευνα. Από το 2005 έχουν προσελκύσει κεφάλαια ύψους 5 δισ. από εταιρείες venture capital. Πάντως, η επένδυση πόρων του ίδιου του πανεπιστημίου δεν έχει τύχει ομόφωνης υποστήριξης. O καθηγητής Φυσικής Τζο Κίσκις από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας Davis είχε επισημάνει στη WSJ ότι προκύπτουν “ζητήματα δικαιοσύνης” δεδομένου ότι τέτοιες επενδύσεις κατευθύνονται συνήθως σε έρευνες που θα μπορούσαν να αποδώσουν εμπορικά. “Οι αποφάσεις για τη χρηματοδότηση έρευνας... υποτίθεται ότι λαμβάνονται με βάση την ποιότητα της ερευνητικής εργασίας, όχι με βάση αν αυτό ή το άλλο θα μπορούσαν να αποφέρουν χρήματα”, είχε πει στην WSJ ο κ. Κίσκις.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ