Νίκος Μαραντζίδης* ΝΙΚΟΣ ΜΑΡΑΝΤΖΙΔΗΣ*

Οι «αποστάτες» δεν αρκούν

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

​​Ο πολιτικός επιστήμονας, λέκτορας στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, Γ. Μουνκ σε ένα πρόσφατο ενδιαφέρον άρθρο του («The weak democracy died») υποστηρίζει πως το τελευταίο διάστημα ο δυτικός κόσμος παρακολουθεί την κορύφωση μιας σύγκρουσης μεταξύ της πλευράς των αντιφιλελεύθερων λαϊκιστών με εκείνη των καθιερωμένων πολιτικών ελίτ. Οι λαϊκιστές ισχυρίζονται πως εκφράζουν τον λαό ενάντια στις διεφθαρμένες ελίτ, ενώ οι καθιερωμένες πολιτικές ελίτ δηλώνουν πως υπερασπίζονται τις κατακτήσεις της φιλελεύθερης δημοκρατίας απέναντι στην απειλή του λαϊκισμού.

Σύμφωνα με τον Μουνκ, σήμερα οι φιλελεύθερες δημοκρατίες πνίγονται από την ταυτόχρονη άνοδο μιας κατάφωρα αυταρχικής δεξιάς και μιας ολοένα και περισσότερο αντιφιλελεύθερης αριστεράς. Η αυταρχική δεξιά επικαλείται την ευταξία και την ασφάλεια και ποντάρει στον δικαιολογημένο φόβο που γεννούν στους πολίτες η τρομοκρατία και οι δυσκολίες συνύπαρξης μέσα στο ανεκτικό φιλελεύθερο πλαίσιο. Χρησιμοποιεί την οικονομική κρίση και τη δυσφορία των πολιτών για να ενοχοποιήσει την ελεύθερη οικονομία και τους φιλελεύθερους θεσμούς. Στα θέματα της οικονομίας, η αυταρχική δεξιά βρίσκει σύμμαχο την αντιφιλελεύθερη αριστερά. Η τελευταία είναι γεμάτη υποσχέσεις «για έναν άλλο κόσμο που είναι εφικτός», όπου η φτώχεια και οι ανισότητες θα εξαφανισθούν και η οικονομία θα ανθήσει ως διά μαγείας.

Απέναντι στον ανερχόμενο αριστερό ή δεξιό αντιφιλελεύθερο λαϊκισμό, που συνιστά απειλή για την ίδια τη δημοκρατία, οι κεντρώες πολιτικές δυνάμεις αποτελούν τον τελευταίο υπερασπιστή της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Καθώς όμως αισθάνονται πως βρίσκονται σε θέση άμυνας και μη εμπιστευόμενοι πλέον τους πολίτες, οι κεντρώοι πολιτικοί (κεντροδεξιοί ή κεντροαριστεροί) επιχειρούν συχνά να υπερασπιστούν τη φιλελεύθερη δημοκρατία έχοντας την τάση να λαμβάνουν κρίσιμες αποφάσεις ερήμην των πολιτών. Οσο μάλιστα βαθαίνει η δυσφορία των πολιτών, τόσο ο φόβος των ελίτ έναντι των πολιτών μεγαλώνει. Η έλλειψη εμπιστοσύνης προς τους πολίτες οδηγεί συχνά τις πολιτικές ελίτ του Κέντρου να βρίσκουν καταφύγιο σε διάφορες μορφές τεχνοκρατικής διακυβέρνησης, εκτιμώντας πως αυτές συνιστούν μια νέα πηγή νομιμοποίησης για τη φιλελεύθερη δημοκρατία. Προσπαθώντας να περισώσουν «τα βασικά» όμως, απομακρύνονται από τους πολίτες που αισθάνονται διαρκώς και περισσότερο αποξενωμένοι από τις πολιτικές διεργασίες.

Και ποια είναι η λύση; Στο πεδίο της πολιτικής, κατά τη γνώμη μου, δύο παράγοντες μπορούν να παίξουν κρίσιμο ρόλο στο μέλλον: ο πρώτος είναι η ικανότητα των φιλελεύθερων αντιπροσωπευτικών θεσμών και της διακυβέρνησης να θέλξουν λαϊκιστές και να δημιουργήσουν αποστάτες μέσα στο λαϊκιστικό στρατόπεδο. Η πρόσφατη «περίπτωση Τσίπρα» είναι χαρακτηριστική. Κάθε βήμα του προς τον πραγματισμό και την «απομάγευση» είναι μια νίκη της φιλελεύθερης δημοκρατίας και μια σκληρή ήττα του ριζοσπαστικού λαϊκισμού, που λειτουργεί παιδαγωγικά για την κοινωνία. Η πορεία του αυτή βέβαια προς τον πραγματισμό και την αποδοχή της φιλελεύθερης δημοκρατίας δεν θα είναι χωρίς πισωγυρίσματα στα οποία θα τον ωθήσουν οι σειρήνες του ριζοσπαστικού λαϊκισμού με τις οποίες γαλουχήθηκε. Ομως πλέον ο ίδιος έχει διαβεί τον Ρουβίκωνα και γίνεται κάθε μέρα ένας πολιτικός σαν «όλους τους άλλους». Οι «αποστάτες» όμως δεν αρκούν. Για κάθε καινούργιο αποστάτη, ξεπετάγονται στις μέρες μας δύο νέοι λαϊκιστές. Ο λαϊκισμός αποδεικνύεται μια πραγματική Λερναία Υδρα. Χρειάζονται επειγόντως μεταρρυθμίσεις στο πολιτικό σύστημα.

Καθώς η κρίση αντιπροσώπευσης απασχολεί τις δυτικές δημοκρατίες ήδη από τη δεκαετία του ’80, και οι αιρετοί αντιπρόσωποι δεν διαθέτουν πλέον το απαραίτητο κοινωνικό κεφάλαιο νομιμοποίησης των αποφάσεών τους, οι απαραίτητες θεσμικές αλλαγές πρέπει να κινούνται προς την κατεύθυνση της διαφάνειας και της μεγαλύτερης εμπλοκής των πολιτών στη λήψη των αποφάσεων. Αυτό πράγματι σημαίνει περισσότερη άμεση δημοκρατία: τοπικά ή εθνικά δημοψηφίσματα, λαϊκές πρωτοβουλίες, εισαγωγή διαδικασιών ανάκλησης αιρετών αντιπροσώπων, μεγαλύτερος έλεγχος των πολιτών στους κρατικούς θεσμούς, κ.λπ. Αρκετοί από τους υπέρμαχους της φιλελεύθερης δημοκρατίας ανησυχούν με τα παραπάνω. Θεωρούν πως οι θεσμοί της άμεσης δημοκρατίας υπονομεύουν το πολίτευμα. Κάνουν λάθος!

Η βασική θεσμική δομή της φιλελεύθερης δημοκρατίας σχεδιάστηκε τον 18ο αιώνα και θεσμικά ολοκληρώθηκε στα μέσα του εικοστού αιώνα με την καθολική ψήφο και την κομματική δημοκρατία. Εκτοτε καμιά σοβαρή αλλαγή δεν έχει προκύψει ενώ ο κόσμος έχει αλλάξει δραματικά. Η μαζική ανύψωση του μορφωτικού επιπέδου και η τεχνολογική επανάσταση έχουν θέσει νέες προκλήσεις για το πολιτικό σύστημα. Η υπεράσπιση ενός παρωχημένου πολιτικού οικοδομήματος δεν είναι μόνο λάθος, είναι και μάταιη.

Είναι αλήθεια, όπως γράφει ο Μουνκ, πως με βάση τα ωμά κριτήρια της ανθρώπινης ιστορίας οι τελευταίες δεκαετίες υπήρξαν ασυνήθιστα ήρεμες για τον δυτικό κόσμο. Τώρα τα πράγματα δείχνουν πως δραματικές μεταβολές βρίσκονται μπροστά στην πόρτα μας. Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν μπορεί να διατηρηθεί η υπάρχουσα πολιτική τάξη πραγμάτων (απλώς, δεν μπορεί). Το πραγματικό ζήτημα είναι ποιες αλλαγές χρειάζονται ώστε να επιβιώσει ο πολύτιμος αλλά εύθραυστος συνδυασμός φιλελευθερισμού και δημοκρατίας που απολαμβάνουμε στον δυτικό κόσμο. Προς αυτήν την κατεύθυνση οι κεντρώες πολιτικές δυνάμεις καλούνται να δώσουν θετική κίνηση στην Ιστορία.

*Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου στην Πράγα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ