Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Ανθρωποι με χαραμάδες

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τ​​​​ι θέλεις; Τι είναι αυτό που ζητάς;» ρωτάει ο Εποπας τον Πεισθέταιρο. «Θέλω να ζήσω εκεί όπου ο πιο μεγάλος μπελάς είναι μια μύγα...», απαντά εκείνος. Μπορεί η επιθυμία του Πεισθέταιρου να μην γίνεται πραγματικότητα ούτε στη Νεφελοκοκκυγία, στην πόλη των πουλιών, μέχρι όμως τη στιγμή της διάψευσης ο Αριστοφάνης έχει τη δύναμη να παρασύρει στην παραφορά της ψευδαίσθησης. Στους «Ορνιθες» το όραμα συντρίβεται –«ξεφουσκώνει» για την ακρίβεια– αλλά όσα ακούγονται, ώς το τέλος, λικνίζουν για λίγο στην ιδέα της ουτοπίας, ενός τόπου «πουπουλένιου», ξεκούρασης και παρηγοριάς.

Ο ηθοποιός-σκηνοθέτης Νίκος Καραθάνος ξανασυστήνει την αριστοφανική κωμωδία με πρόδηλο το στοιχείο της μελαγχολίας. Οι «Ορνιθες», που έκλεισαν τα φετινά Επιδαύρια, ήταν μία ακόμη μελετημένη προσπάθεια για να δούμε το αρχαίο δράμα αλλιώς. Μπορεί, ενδεχομένως, να έμεινε από καύσιμα, κάπως μετέωρη, να μην ολοκλήρωσε η πρότασή του την τροχιά της, είχε όμως την τόλμη να κινηθεί απελευθερωτικά στον χώρο του απροσδιόριστου. Και, κυρίως, να επικαλύψει την ευωχία με τη διαρκή υπόμνηση της θνητότητας, της προσωρινότητας, που κάνουμε ό,τι μπορούμε για να την ξορκίσουμε. Ποιοι και πώς είναι οι άνθρωποι, τι επιζητούν, οι «Ορνιθες» είναι εύπιστοι, γενναίοι, αδύναμοι, απογειωμένοι, συμβιβασμένοι, λίγο απ’ όλα; Τι είναι και με τι μοιάζουν; «Για μένα οι “Ορνιθες” είναι άνθρωποι και όχι πουλιά, άνθρωποι με χαραμάδες», σημειώνει ο Ν. Καραθάνος, προτείνοντας ακούσια και τον τίτλο των φετινών Επιδαυρίων.

Σ’ αυτό και θα εστιάσουμε. Το κίνητρο είναι η, ασφυκτικά sold out, παραγωγή της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών, που παρουσιάστηκε στο αρχαίο θέατρο στις 19 και 20 Αυγούστου. Ομως, φέτος, η Επίδαυρος είδε το κοινό της να αυξάνεται και τις παραστάσεις της (με το Εθνικό Θέατρο να δίνει τον τόνο με τρεις παραγωγές, «Αντιγόνη», «Οιδίπους τύραννος» –συμπαραγωγή με το ρωσικό θέατρο Βαχτάνγκοφ– και «Λυσιστράτη») να δημιουργούν εκ των προτέρων και εκ των υστέρων «γεγονότα». Οσες προαναφέραμε, όλες σχεδόν οι παραστάσεις, αρχής γενομένης από την «Ορέστεια» του Γιάννη Χουβαρδά, άνοιξαν συζητήσεις, ξάφνιασαν, ξεβόλεψαν. Μπορεί επιμέρους να άρεσαν ή να μην άρεσαν, όμως σημασία έχει ότι το φετινό καλοκαίρι στην Επίδαυρο συντελέστηκε μια γόνιμη συνάντηση κοινού και σκηνοθετικών προτάσεων. Μια συνάντηση θεατρικών αναζητήσεων και κοινωνικών αναγκών.

Οταν λέμε «κοινό» για ένα θέατρο που χωράει 14.000 θεατές, μπορεί και να αναφερόμαστε σε ένα στατιστικό κοινωνικό δείγμα· ιδιόμορφο μεν, δείγμα δε. «Εχω την εντύπωση ότι φέτος το κοινό είχε πιο συνενοχική, συγκινητική διάθεση. Ηταν πιο ευάλωτο. Ηρθε περισσότερο αφυπνισμένο και ευαισθητοποιημένο να “ακούσει” και να “δει”», λέει ο σκηνοθέτης και καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου Στάθης Λιβαθινός.

Μήπως η αγανάκτηση μετασχηματίζεται σε κάτι διαφορετικό; Δύσκολο και παρακινδυνευμένο να το προσδιορίσει κανείς· εξάλλου, αν κάτι διδαχθήκαμε (;) με την κρίση είναι η αστοχία των προβλέψεων και των διαπιστώσεων σε εποχές μεγάλων ανατροπών. Ο Προμηθέας που εμφανίζεται στους «Ορνιθες» εξομολογείται ότι «στράβωσε» από το μίσος, ότι «στένεψαν» τα μάτια του και η ψυχή του από το μίσος. Μπορεί να κουραστήκαμε, μπορεί να βρισκόμαστε στο στάδιο της ερμηνείας, δηλαδή της ανάγκης μεγαλύτερου ελέγχου σε ό,τι αφορά τη ζωή μας.

Οσο κι αν μερικές σκηνοθετικές προτάσεις ήταν ριψοκίνδυνες ή προκλητικές, το κοινό έμοιαζε προετοιμασμένο (αν όχι εκπαιδευμένο) στο ακραίο. Αποδέχθηκαν το γεγονός ότι το θέατρο έκανε ένα βήμα; Οτι σκέφτηκε, δοκίμασε, καταλήγει ή, μάλλον, προτείνει μια ανάγνωση του αρχαίου δράματος συγκροτημένη, ως «σώμα», ύστερα από πολλές διάσπαρτες επιτυχίες, αποτυχίες, παλινωδίες; Δεν ανακυκλώνει το ίδιο φθαρμένο υλικό. Τα φετινά Επιδαύρια ήταν σαν μια δήλωση αυτής ακριβώς της κίνησης αποκοπής του θεάτρου από τον ατέρμονα κύκλο της φθοράς, που στηρίχθηκε, εν πολλοίς, σε ομαδικό πνεύμα και συνέργειες. Ελαμψαν οι ηθοποιοί –«ομάδα»– του Νίκου Καραθάνου, ομαδικό και το πνεύμα στις γυναίκες της «Λυσιστράτης», συνέργεια η «Αντιγόνη» (συμπαραγωγή ΚΘΒΕ, ΘΟΚ και Εθνικού), συμπαραγωγή ο «Οιδίπους»...

Μνήμες Κατοχής, Εμφυλίου και της μεταπολεμικής εποχής έφερε ο Γιάννης Χουβαρδάς με την «Ορέστεια· η «Αντιγόνη» –συντονισμένη με τη μετάφραση του Δημήτρη Μαρωνίτη– επανατοποθέτησε τα πυκνά ερωτήματα γύρω από το αυτόνομο άτομο και την πολιτική κοινότητα, το πάθος απέναντι στους θεσμούς, την πολλαπλή καταγωγή των «πρέπει» που μας ενώνουν και μας διχάζουν.

Το καλοκαίρι του 2016 στην Επίδαυρο ήταν γόνιμο και περιεκτικό. Ως σύνολο. Η αναζήτηση θεατρικών λύσεων είχε σθένος, τόλμη και διεισδυτικότητα, το κοινό «συνομίλησε» ακόμη και όταν διαφωνούσε.

Ας μην επαναλάβουμε τα στερεότυπα περί θεραπευτικής, παρηγορητικής αξίας της τέχνης, κ.ο.κ. Ισχυε και θα ισχύει σε όλες, λίγο πολύ, τις εποχές, επανήλθαμε πλειστάκις στην ίδια διαπίστωση μέσα στην εξαετία της κρίσης.

Αν κάτι αφουγκραζόμαστε από το φετινό καλοκαίρι είναι μια διαφορετική συνάντηση ανάμεσα σε δύο μέρη (κοινό και δημιουργούς) πρόθυμα και ώριμα να εντάξουν το αρχαίο δράμα στη ζωή τους όχι ως δεδομένο, υποχρέωση ή παράδοση τουριστική-εκδρομική, αλλά ως μια σύνθετη διαδικασία μικρών ή μεγαλύτερων ανατροπών. Ως χαραμάδα ανεκτική στο σκοτάδι, επιφυλακτική στην αυταπάτη της διαρκούς φωτοχυσίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ