Άγγελος Στάγκος ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΤΑΓΚΟΣ

Οι μεταλλάξεις και τα όρια του Αλ. Τσίπρα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Χ​​ωρίς να έχει αφήσει πίσω του την περίοδο του Τσαβισμού, είναι φανερό ότι ο Αλ. Τσίπρας (και το στενό επιτελείο του) μπαίνει τώρα στη δοκιμασία της αλλαγής του δικού του προφίλ σε συνδυασμό με την επιχείρηση μετάλλαξης του ΣΥΡΙΖΑ. Ολα αυτά ταυτόχρονα και δίχως ακόμη να γίνεται σαφώς αντιληπτό, αν πρόκειται για ιδεολογική στροφή, ή για κινήσεις τακτικής που δεν αλλάζουν τον αρχικό στόχο, αλλά απλά τον εξυπηρετούν. Οπου αρχικός στόχος, η εδραίωση ενός καθεστώτος, στο οποίο η ταύτιση του κόμματος και του κράτους θα φτάνει σε πολύ μεγάλο ποσοστό, η ισοπέδωση στην κοινωνία θα αποτελεί συνεχή επιδίωξη και θα διατηρείται ο έλεγχος επί κρίσιμων τομέων. Με τις έως τώρα ενδείξεις, το πιθανότερο είναι ότι ισχύει το δεύτερο (κινήσεις τακτικής, δηλαδή), τουλάχιστον μέχρις αποδείξεως του αντιθέτου.

Σύμφωνα με την εμπειρία που έχουμε, ο ΣΥΡΙΖΑ έφτασε στην εξουσία αντιγράφοντας «το πρόγραμμα» Τσάβες, προσαρμοσμένο στην ελληνική πραγματικότητα και εκμεταλλευόμενος την ευκαιρία που πρόσφερε η οικονομική κρίση. Χρησιμοποίησε έναν άκρως λαϊκίστικο και διχαστικό λόγο, συκοφαντώντας και κυρίως τρομοκρατώντας παράλληλα τους πολιτικούς του αντιπάλους. Αυτά τα στοιχεία τα διατηρεί ακόμη στη ρητορική της η κυβέρνηση, εισερχόμενη και στη δεύτερη φάση του Τσαβισμού, που περιλαμβάνει τη χρησιμοποίηση της Δικαιοσύνης, τον έλεγχο των ΜΜΕ και την «απειλή» καταφυγής σε δημοψηφίσματα, ως άλλοθι δημοκρατικής πρακτικής.

Από την άλλη πλευρά, αφενός εξ ανάγκης και αφετέρου για να εξασφαλίσει την αποδοχή, ακόμη και τη στήριξη των σημαντικών χωρών της Ευρώπης και της Δύσης γενικότερα, ο Αλ. Τσίπρας προσπαθεί να δείξει ότι εντάσσεται σταδιακά στον ευρωπαϊκό κορμό. Οι δηλώσεις του περί επενδύσεων και η διακήρυξη ότι η δημιουργία θέσεων εργασίας είναι αριστερή πολιτική, η διάθεση προσαρμογής στις υποχρεώσεις που ανέλαβε στο τρίτο μνημόνιο, το «φλερτ» με τα ευρωπαϊκά σοσιαλιστικά κόμματα –αρχικά ως παρατηρητής στις συνόδους, στην τελευταία συνάντηση με προτάσεις– οι συχνές επαφές με Ευρωπαίους ηγέτες με διάφορα προσχήματα ή και για πραγματικούς λόγους εκλαμβάνονται ως «στροφή», που βρίσκει ενθάρρυνση και ανταπόκριση, είναι η αλήθεια. Οι πιέσεις από τη Γερμανία έχουν ατονήσει, ο Ολάντ δεν κρύβει ότι έχει ουσιαστικά «υιοθετήσει» τον Ελληνα πρωθυπουργό, οι σοσιαλιστές ηγέτες στην πρόσφατη συνάντηση ήταν πολύ θερμοί μαζί του. Είναι και δική τους επιθυμία η ένταξή του στον ευρωπαϊκό κορμό, ιδιαίτερα στη σημερινή συγκυρία που η Ευρώπη κλονίζεται και δεν χρειάζεται άλλα προβλήματα.

Το συμπέρασμα είναι ότι η κυβέρνηση θα έχει την ανοχή ή και τη στήριξη των ισχυρών της Ευρώπης (και των ΗΠΑ), όσο δεν δημιουργεί προβλήματα και κινείται σε ένα πλαίσιο διεκδικήσεων που είναι εναρμονισμένο με τα ευρωπαϊκά πρωτόκολλα και τις πρακτικές. Με αυτή την έννοια «αδιαφορεί» για τις αποφάσεις, τις ενέργειες και τις πολιτικές της κυβέρνησης στο εσωτερικό. Ιδιαίτερα όταν θεωρούν ότι εντάσσονται στο πολιτικό παιχνίδι. Με την προϋπόθεση όμως ότι αυτές δεν θίγουν βασικές αρχές της, ούτε ξεπερνούν κάποια όρια αξιοπιστίας που αφορούν την Ευρώπη. Δυσφορούν οι δανειστές για τις παλινωδίες και τις δηλώσεις υπουργών που υπονομεύουν τις ιδιωτικοποιήσεις και σίγουρα φροντίζουν να γνωστοποιούν παρασκηνιακά τη δυσαρέσκειά τους. Οταν κάποιες ενέργειες θίγουν αρχές και αμφισβητούν δεδομένα που έχουν γίνει αποδεκτά, τότε δεν διστάζουν να παρέμβουν ανοιχτά. Η περίπτωση του πρώην επικεφαλής της ΕΛΣΤΑΤ, του Ανδρέα Γεωργίου, είναι χαρακτηριστική. Αυτό πρέπει να το λάβουν σοβαρά υπ’ όψιν τόσο στην κυβέρνηση όσο και στη Νέα Δημοκρατία.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η «υπόθεση Γεωργίου» είναι πολιτική, όχι θέμα Δικαιοσύνης. Οταν ο υπουργός Οικονομίας Ευκλ. Τσακαλώτος δηλώνει ότι δεν διαθέτει τις γνώσεις να κρίνει αν αλλοιώθηκαν το 2010 τα στοιχεία της οικονομίας, πώς μπορούν να αποφασίσουν περί αυτού εισαγγελείς και δικαστές; Είναι φανερό λοιπόν ότι η κυβέρνηση χρησιμοποιεί τη συγκεκριμένη υπόθεση πρώτον, για να προκαλέσει διχασμό στη Νέα Δημοκρατία, δεύτερον, για να «εξαφανίσει» το ΠΑΣΟΚ από το πολιτικό προσκήνιο. Το πρώτο το πέτυχε ήδη με τη βοήθεια στελεχών της Ν.Δ., που δεν αντιλαμβάνονται ότι το κόμμα τους χάνει την αξιοπιστία του ως «εναλλακτική λύση» απέναντι στους δανειστές και σε πολλούς ψηφοφόρους. Η έντονη δυσφορία και παρέμβαση της Κομισιόν δεν οφείλεται σε έγνοια για την τύχη του ΠΑΣΟΚ ή της Ν.Δ. Αποτελεί υπενθύμιση στην κυβέρνηση και το πολιτικό σύστημα ότι κάποιοι κανόνες δεν αλλάζουν.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ