ΓΕΥΜΑ ΜΕ ΤΗΝ «Κ»

Μαρία Γεωργοπούλου: Η βιβλιοθήκη έχει τον ίδιο καίριο ρόλο με τον δάσκαλο

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΟΥΡΝΑΡΑ

Εικονογράφηση: TITINA XAΛMATZH

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΓΕΥΜΑ ΜΕ ΤΗΝ Κ

Το 1922, τη χρονιά ορόσημο για τη νεότερη ελληνική Ιστορία, ο λόγιος, βιβλιόφιλος διπλωμάτης Ιωάννης Γεννάδιος, που κατοικεί στο Λονδίνο, δωρίζει στην Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών της Αθήνας μια πλουσιότατη συλλογή 25.000 τίτλων με θέμα την Ελλάδα. Ο όρος του για να προχωρήσει η δωρεά ήταν να κτιστεί στην ελληνική πρωτεύουσα ένα οικοδόμημα που θα στέγαζε τα αποκτήματά του και το οποίο θα έφερε το όνομα του πατέρα του, του Σχολάρχη Γεωργίου Γενναδίου. Αξιοποιείται μια έκταση που είχε δοθεί στη Σχολή το 1884 από την ελληνική κυβέρνηση και τον Χαρίλαο Τρικούπη, στους πρόποδες του Λυκαβηττού.

Το μόνο πρόβλημα ήταν ότι ήταν μακριά από το κέντρο της πόλης, η οποία τότε εκτεινόταν από την Πλάκα προς την οδό Πατησίων. Φωτογραφίες της ανοικοδόμησης το έτος 1923 δείχνουν έναν βοσκό με τα πρόβατά του στο σημείο αυτό του Κολωνακίου. Ολες αυτές οι γαίες ήταν άλλωστε χωράφια και βοσκοτόπια και ανήκαν στη γειτονική Μονή Πετράκη. Το κτίριο σχεδιάστηκε από δύο Νεοϋορκέζους αρχιτέκτονες, τους Πελτ και Τόμσον, οι οποίοι εμπνεύστηκαν από το Ερέχθειον, ενώ οι δαπάνες για την ανέγερση καλύφθηκαν από το Ιδρυμα Κάρνεγκι. Τα εγκαίνια έγιναν το 1926.

Σήμερα, 90 χρόνια μετά, η Γεννάδειος Βιβλιοθήκη είναι ένα από τα διαμάντια της Αθήνας. Δεν είναι μόνον ότι η έδρα της αποτελεί ένα από τα ομορφότερα νεοκλασικά κτίσματα του πρώιμου 20ού αιώνα, αλλά και ότι η συλλογή της διατήρησε τον αρχικό πολύτιμο πυρήνα και εμπλουτίστηκε με άλλα 100.000 βιβλία πάντα στα θέματα της ιστορίας, της γεωγραφίας, της αρχαιολογίας και των συναφών ανθρωπιστικών επιστημών.

Στην καρδιά (πια...) της πόλης, εποπτεύει εδώ και περίπου έναν αιώνα τον αστικό ιστό που άλλαξε ριζικά και συνεχίζει να αποτελεί μια ιδανική στέγη για μελετητές, ακαδημαϊκούς, αρχαιολόγους.

«Οχι μόνον», σπεύδει να με προλάβει η διευθύντρια της Γενναδείου, η δρ Μαρία Γεωργοπούλου, η οποία κάθεται απέναντί μου σε ένα ήσυχο τραπέζι ενός εστιατορίου, λίγα στενά πιο κάτω από τη Βιβλιοθήκη. «Ο στόχος μας, τον οποίον έχουμε πετύχει –φρονώ– τα τελευταία χρόνια, είναι να καταργηθεί αυτή η νοητή απόσταση που θεωρούσαν πολλοί Αθηναίοι ότι τους χωρίζει από τη Γεννάδειο». Εχει δίκιο. Μέσα από την ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα έκθεση σύγχρονης τέχνης του Ιδρύματος ΝΕΟΝ («A thousand doors») το 2014, αλλά και εκθέσεις που διοργανώνει η ίδια η Βιβλιοθήκη, βραδιές κλασικής μουσικής με ανερχόμενα αστέρια από τη Σχολή Curtis (πέρυσι και φέτος στα τέλη Σεπτεμβρίου), ενδιαφέρον πρόγραμμα διαλέξεων, η Βιβλιοθήκη έχει καταφέρει να συσπειρώσει ανθρώπους που αναγνωρίζουν και σέβονται την ιδιαίτερη φυσιογνωμία της.

Οι προτεραιότητες

Η κ. Γεωργοπούλου, έχοντας σπουδάσει αρχαιολογία και ιστορία της τέχνης στην Αθήνα, στο Παρίσι και στην Καλιφόρνια, δίδαξε περίπου 12 χρόνια στο Πανεπιστήμιο Γέιλ προτού επιστρέψει στη γενέτειρά της το 2004. Διατηρεί κάτι από τον αμερικανικό τρόπο σκέψης, που έχει κάνει πολλά λαμπρά πνευματικά ιδρύματα των ΗΠΑ να αφουγκράζονται την κοινωνία και να μην παραμένουν ως περίκλειστοι χρυσελεφάντινοι πύργοι για διανοουμένους.

«Η ίδια η Γεννάδειος μας βοηθά να θέσουμε τις προτεραιότητές μας. Δεν είναι άλλες από το να εμπλουτίσουμε και να αξιοποιήσουμε τις συλλογές μας, να είμαστε προσβάσιμοι και λειτουργικοί για τους επιστήμονες που θέλουν να ανατρέξουν στις πηγές που τους προσφέρουμε, αλλά και να κάνουμε ένα μελετημένο άνοιγμα προς ένα ευρύτερο κοινό, το οποίο ενδιαφέρεται για συγκεκριμένα θέματα. Η αλήθεια είναι ότι σε όλες τις εκθέσεις και τις εκδηλώσεις μας, ο κόσμος έχει δώσει ένα δυναμικό “παρών”, γεγονός που μας ενθαρρύνει να συνεχίσουμε προς αυτήν την κατεύθυνση», υπογραμμίζει στην «Κ».

Η εξωστρέφεια απέδωσε, αλλά δεν είναι μια δεδομένη επιλογή όταν δεν πρόκειται για μια βιβλιοθήκη ανοιχτή σε όλους αλλά περισσότερο ένα ιδιότυπο «θησαυροφυλάκιο» μοναδικών ιστορικών ντοκουμέντων για τη μελέτη της βυζαντινής, τουρκοκρατούμενης και νεότερης Ελλάδας. Ανάμεσά τους τα προσωπικά αρχεία του Ερρίκου Σλήμαν, του Οδυσσέα Ελύτη και του Γιώργου Σεφέρη, του αρχιμουσικού Δημήτρη Μητρόπουλου, 200 υδατογραφίες του ζωγράφου Εντουαρντ Λιρ, πλουσιότατο υλικό για τις φορεσιές στην επικράτεια της οθωμανικής αυτοκρατορίας αλλά και τα ίδια τα λευκώματα του Ιωάννη Γεννάδιου καθώς και πολύ παλιές εκδόσεις, που σήμερα είναι εξαιρετικά σπάνιες και βέβαια πολύ ακριβές.

Συλλογή με αντικείμενο τη συνέχεια του Ελληνισμού

«Δεν μπορεί κανείς να μιλήσει για τη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη αν δεν αναφερθεί στη σπουδαία προσωπικότητα του ιδρυτή της», λέει η Μαρία Γεωργοπούλου. «Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1844 και ήταν γιος του λόγιου Γεωργίου Γενναδίου, γυμνασιάρχη στο A΄ Γυμνάσιο των Αθηνών και ιδρυτικό μέλος της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Αν μιλούσαμε με σημερινούς όρους θα λέγαμε ότι ήταν κάτι σαν υπουργός Παιδείας της εποχής εκείνης. Ο Ιωάννης έχασε τον πατέρα του σε ηλικία δέκα ετών από τη μεγάλη επιδημία πανούκλας του 1854. Ο νονός του, ο αιδεσιμότατος Χιλλ, ιδρυτής της ομώνυμης σχολής στην Αθήνα, τον έστειλε στη Μάλτα, όπου σπούδασε σε προτεσταντικό λύκειο και έμαθε καλά αγγλικά. Εφυγε για την Αγγλία και βρήκε δουλειά στην εμπορική εταιρεία των αδελφών Ράλλη. Ηδη είχε αρχίσει να αρθρογραφεί για την Ελλάδα, καθώς ένα από τα μεγαλύτερα πράγματα που του έκανε εντύπωση ήταν ότι οι Βρετανοί έδειχναν τεράστιο σεβασμό για την αρχαιότητα, αλλά δεν είχαν το ίδιο ενδιαφέρον για τη σύγχρονη Ελλάδα, κάτι που τον στεναχωρούσε βαθιά».

Ενα τυχαίο γεγονός θα ανατρέψει τον ρουν της ζωής του και θα τον στρέψει στη διπλωματία: «Το 1870 κάποιοι ληστές στο Δήλεσι σκότωσαν τρεις Αγγλους, ανάμεσά τους κι έναν ευγενή. Ο Γεννάδιος έγραψε ένα άρθρο για το συμβάν, το οποίο έφτασε ώς τα μέλη της Βουλής των Λόρδων, με το επιχείρημα ότι δεν έφταιγαν οι Ελληνες για τη θηριωδία, αλλά η κατάσταση αναρχίας που επικρατούσε στη χώρα. Οι απόψεις του ενόχλησαν τους εργοδότες του, τους αδελφούς Ράλλη, που δεν ήθελαν να έρθουν σε δύσκολη θέση στο Λονδίνο, έχοντας υπάλληλο κάποιον που εκθέτει δημοσίως τις απόψεις του για την Ελλάδα με τόση ζέση, και τον απέλυσαν. Κάπως έτσι, ο Ιωάννης Γεννάδιος έπιασε δουλειά στην ελληνική πρεσβεία στο Λονδίνο το 1870 και πέρασε εκεί την υπόλοιπη ζωή του, μέχρι και τον θάνατό του. Μέσα από δημοπρασίες και επισκέψεις σε βιβλιοπωλεία άρχισε να αγοράζει βιβλία, χειρόγραφα, χάρτες και έργα τέχνης, τα οποία βασικά δείχνουν τη συνέχεια του Ελληνισμού.

Οταν το ελληνικό κράτος πτώχευσε το 1893 ο Γεννάδιος, που είχε απλώς τον μισθό από την εργασία του και όχι περιουσία, βρέθηκε σε δεινή θέση. Αναγκάστηκε να πουλήσει ένα μέρος της συλλογής του σε δημοπρασία του οίκου Σόθμπις το 1895. Ενα τμήμα της κατέληξε σε άλλους συλλέκτες, ένα άλλο μέρος κατάφερε να το αγοράσει ξανά. Αυτό το τελικό corpus των 25.000 βιβλίων δώρισε στην Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών μετά τη συμφωνία που έκανε κατά τη διάρκεια διπλωματικής αποστολής στην Ουάσιγκτον το 1922 με τον Εντουαρντ Καπς, πρόεδρο της Διοικούσας Επιτροπής της Σχολής».

H Εθνική Βιβλιοθήκη είναι ένας θεσμός που έχει ταλαιπωρηθεί πολύ

Αν και μεσημέρι στην αυγουστιάτικη Αθήνα, το μαγαζί έχει αρχίσει να γεμίζει. Η πλειονότητα των πελατών είναι ξένοι που θέλουν να δοκιμάσουν καλή ελληνική κουζίνα. Ενα ζευγάρι ηλιοκαμένων νεαρών Γάλλων, με τους ταξιδιωτικούς οδηγούς ανά χείρας, που κάθεται δίπλα μας αποφασίζει να παραγγείλει μουσακά. Ρωτώ τη διευθύντρια της Γενναδείου γιατί αποφάσισε ύστερα από μια επιτυχημένη καριέρα στην Αμερική, στην οποία βρέθηκε χάρη σε μια υποτροφία Φούλμπραϊτ, να επιστρέψει ξανά στα πάτρια. Και κάτι ακόμη: αν το έχει μετανιώσει σήμερα.

«Μαζί με τον Ελληνα σύζυγό μου πήραμε την απόφαση να επιστρέψουμε μετά την 11η Σεπτεμβρίου, έτσι ώστε τα παιδιά μας, που ήταν τότε μικρά, να μεγαλώσουν στην Ελλάδα. Ανέλαβα τη διεύθυνση της Γενναδείου στις 2 Αυγούστου του 2004 μέσα στο κλίμα ευφορίας των Ολυμπιακών Αγώνων. Σε μια πόλη καθαρή, γεμάτη αισιοδοξία, με ανθρώπους που χαμογελούσαν.

Η προκάτοχός μου Χάρις Καλλιγά, με την υποστήριξη του Συμβουλίου των Επιτρόπων της Βιβλιοθήκης, είχε κάνει σημαντική δουλειά. Είχε ήδη γίνει η ανακατασκευή του κεντρικού κτιρίου και μια προσθήκη στο οικοδόμημα με το αμφιθέατρο όπου πραγματοποιούνται οι διαλέξεις. Υπήρχαν, δηλαδή, οι βάσεις για να μπορέσουμε να εισέλθουμε σε μια νέα σελίδα στην ιστορία της Βιβλιοθήκης, που μέχρι τότε ήταν περισσότερο γνωστή σε επιστήμονες. Σήμερα, που η κατάσταση στη χώρα έχει αλλάξει άρδην, δεν αισθάνομαι ότι μετάνιωσα που επέστρεψα. Αλλωστε, η δουλειά μου στη Γεννάδειο, έναν φορέα που είναι αξιοζήλευτος και στο εξωτερικό, με γεμίζει με δημιουργικότητα και υπερηφάνεια».

Συνεχίζει: «Μετά 12 χρόνια στη θέση αυτή πιστεύω ότι μπορούμε να παραλληλίσουμε μια βιβλιοθήκη με έναν δάσκαλο. Οσο ωραία και αν είναι η διδακτέα ύλη, αν δεν επικοινωνηθεί από τον εκπαιδευτικό με τρόπο ελκυστικό, τότε οι μαθητές δεν πρόκειται να εμπνευσθούν. Ετσι και μια βιβλιοθήκη πρέπει να εφευρίσκει μεθόδους, να εφαρμόζει νέες ιδέες μέσα από τις οποίες θα γίνεται προσβάσιμος ο πλούτος που διαθέτει τόσο από τους μελετητές όσο και από τους ανθρώπους που δεν έχουν ειδικές σπουδές αλλά ενδιαφέρονται να μάθουν. Ακόμη και οι εκθέσεις λειτουργούν στο κοινό σαν μια ιδιότυπη διδασκαλία και πάντα τις οργανώνω με αυτό το πνεύμα».

Το μεγαλύτερο όπλο σε αυτήν τη μάχη για τη διά βίου μάθηση –που δεν γνωρίζει μεγάλη άνθηση στη χώρα μας– είναι το Διαδίκτυο, σύμφωνα με τη Μαρία Γεωργοπούλου. «Προχωράμε με αργούς και σταθερούς ρυθμούς το έργο της ψηφιοποίησης και από την ιστοσελίδα μας μπορεί να βρει κανείς υλικό από το αρχείο Σλήμαν λ.χ., το οποίο ήταν πολύ δημοφιλές στους χρήστες μας, μιας και ο Γερμανός δεν γράφει σαν αρχαιολόγος αλλά και σαν περιηγητής».

Υποδειγματική λειτουργία

Η Γεννάδειος υπήρξε μία τις ελάχιστες περιπτώσεις βιβλιοθηκών στη χώρα που λειτούργησε από την αρχή υποδειγματικά: «Είχαμε αυτή την τύχη της σταθερής χρηματοδότησης από το εξωτερικό όλες αυτές τις δεκαετίες, κάτι που μας επέτρεψε να συνεχίσουμε την αποστολή μας με τρόπο απρόσκοπτο, να μην έχουμε κενά στην εξέλιξή μας. Δυστυχώς δεν μπορεί να πει κανείς το ίδιο για την Εθνική Βιβλιοθήκη, έναν θεσμό που έχει ταλαιπωρηθεί πολύ, διετέλεσε χρόνια χωρίς ηγεσία, δεν είχε τους υπαλλήλους που χρειαζόταν, δεν μπόρεσε πάντα να αναδείξει και να διαφυλάξει τους θησαυρούς της. Ολες αυτές οι περιπέτειες που συνδέονται και με την κατάσταση του κράτους φαίνονται στη διαδρομή της μέσα στον χρόνο. Αλλά πάντα υπάρχει ελπίδα».

Μπαίνω στον πειρασμό να ρωτήσω για τη νέα εποχή που ανατέλλει για την Εθνική Βιβλιοθήκη μετά την αποπεράτωση του τεράστιου συμπλέγματος στο Δέλτα Φαλήρου, χάρη στη δωρεά του Ιδρύματος Νιάρχος:

«Νομίζω ότι, όταν μιλάμε για βιβλιοθήκες, δεν πρέπει να σκεφτόμαστε κάτι που ξεκινά από ψηλά και διαχέεται στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας. Οι νέες υποδομές οπωσδήποτε θα είναι ένα μεγάλο δέλεαρ για τους επισκέπτες, για αυτούς που θέλουν να περάσουν το κατώφλι έστω και μία φορά. Το μεγάλο στοίχημα είναι να δοθούν αυτά τα κίνητρα στον κόσμο που θα τον κάνουν να επιστρέφει εκεί για να διαβάσει, και αυτό είναι μια πολύ δύσκολη υπόθεση που θέλει σωστή πολιτική από την αρχή. Πιστεύω ότι οι άνθρωποι που έχουν αναλάβει το εγχείρημα αυτό έχουν προβληματιστεί και έχουν ήδη σχεδιάσει δράσεις. Η υποδομή από μόνη της, όσο ωραία και αν είναι, δεν αρκεί για τη συχνότητα των επισκέψεων αν κάποιος δεν είναι επιστήμονας ή μελετητής, δηλαδή δεν έχει επιβεβλημένο λόγο να πάει», τονίζει στην «Κ».
Λίγο πριν αποχαιρετιστούμε, η Μαρία Γεωργοπούλου μας λέει ότι ετοιμάζεται αυτήν την περίοδο και το Μουσείο της Γενναδείου, που θα δώσει ώθηση σε εκπαιδευτικές δράσεις και σε μια ακόμα «πρόσκληση» προς τους Αθηναίους να περάσουν τη μεγαλοπρεπή είσοδο της Βιβλιοθήκης.

Η συνάντηση

H κ. Γεωργοπούλου επέλεξε το «Οικείο» στην οδό Πλουτάρχου στο Κολωνάκι. Είναι ένα συμπαθές στέκι με πολλούς ξένους πελάτες, καλή ελληνική κουζίνα και ευχάριστη ατμόσφαιρα. Καθήσαμε στο εσωτερικό του καταστήματος που είχε κλιματισμό και παραγγείλαμε μια σαλάτα με πέστροφα και ένα σπαγκέτι με κόκκινη σάλτσα. Ηπιαμε δύο αναψυκτικά. Ο λογαριασμός ήρθε 26 ευρώ.

Oι σταθμοί της

1961
Γεννήθηκε στην Αθήνα.

1979-1983
Σπούδασε Αρχαιολογία και Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

1983-1985
Μεταπτυχιακές σπουδές στη Σορβόννη.

1986-1992
Υποτροφία του Ιδρύματος Φούλμπραϊτ για διδακτορικό στην Ιστορία της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Λος Αντζελες.

1991-1992
Υπότροφος του Dumbarton Oaks, στη Ουάσιγκτον.

1992-2004
Δίδαξε στο Πανεπιστήμιο Yale των ΗΠΑ όπου και ίδρυσε το Πρόγραμμα Ελληνικών Σπουδών.

2001
Κυκλοφόρησε το βιβλίο της Venice’s Mediterranean Colonies: Architecture and Urbanism από τον εκδοτικό οίκο του Πανεπιστημίου του Κέμπριτζ.

2004
Αναλαμβάνει διευθύντρια της Γενναδείου Βιβλιοθήκης της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ