ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τα χαμηλά επιτόκια της ΕΚΤ ανεβάζουν τους τόνους στο Βερολίνο

Ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε θεωρεί ότι οι μακροπρόθεσμες συνέπειες της πολιτικής των χαμηλών επιτοκίων που εφαρμόζει η ΕΚΤ ενδέχεται να επηρεάσουν και τα συνταξιοδοτικά προγράμματα, ενώ τονίζει πως λύση θα μπορούσε να βρεθεί μόνο μέσα από μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η πολιτική των χαμηλών επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) βρίσκεται τις τελευταίες ημέρες στο στόχαστρο Γερμανών πολιτικών, τραπεζιτών και αναλυτών, οι οποίοι προειδοποιούν για τις συνέπειες της συνέχισης της χαλαρής νομισματικής πολιτικής, ενώ εκφράζουν έντονη ανησυχία και για τις επιπτώσεις της στη λειτουργία των γερμανικών τραπεζών, αλλά και στα συνταξιοδοτικά προγράμματα.

Ο υπ. Οικονομικών της Γερμανίας Βόλφγκανγκ Σόιμπλε σε δήλωσή του χαρακτηρίζει την πολιτική του Μάριο Ντράγκι μακροπρόθεσμα «επιβλαβή» για την Ευρωζώνη και ζητάει την εγκατάλειψή της. «Οι συνέπειες των χαμηλών ή και των αρνητικών επιτοκίων είναι μακροπρόθεσμα επιβλαβής – και για τα συνταξιοδοτικά προγράμματα», δηλώνει ο κ. Σόιμπλε και τονίζει ότι η αρχή του τέλους της χαλαρής νομισματικής πολιτικής επιτυγχάνεται μόνο μέσω διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και περισσότερων επενδύσεων.

Σε έρευνα ωστόσο της FAS, μεταξύ πολιτικών και εμπειρογνωμόνων, διαπιστώνεται ότι οι περισσότεροι δεν θεωρούν πιθανή την αλλαγή πολιτικής στο εγγύς μέλλον.

Η επικεφαλής της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Αριστεράς (Die Linke) Ζάρα Βάγκενκνεχτ εκτιμά ότι αυτή η φάση θα διαρκέσει πολύ και δεν θα πρέπει να αναμένεται εξομάλυνση των επιτοκίων την επόμενη δεκαετία.

Ο καθηγητής Οικονομίας και πρώην πρόεδρος του Ινστιτούτου Ifo του Μονάχου, Χανς-Βέρνερ Ζιν, επισημαίνει ότι τα χαμηλά επιτόκια θα παραμείνουν για όσο επιτρέπουμε στην ΕΚΤ να τα παρέχει και χαρακτηρίζει αυτή την πολιτική «σαν ναρκωτικό», καθώς, όπως υποστηρίζει, η πτώση των επιτοκίων μπορεί πάντα να έχει μόνο προσωρινή επίδραση σε ό,τι αφορά τη ζήτηση, η οποία ξεθυμαίνει γρήγορα και κατόπιν χρειάζεται νέα μείωση επιτοκίων.

Ο οικονομολόγος και μέλος της Επιτροπής των «Σοφών» της γερμανικής οικονομίας Πέτερ Μπόφινγκερ προβλέπει ότι η φάση των χαμηλών επιτοκίων θα διαρκέσει τουλάχιστον ακόμη πέντε έτη, ενώ ο επικεφαλής του Ινστιτούτου «Μαξ Πλανκ», οικονομολόγος Μάρτιν Χέλβιγκ, δεν αποκλείει ακόμη μεγαλύτερη διάρκεια και υποδεικνύει το παράδειγμα της Ιαπωνίας, όπου αυτή η πολιτική διαρκεί ήδη 20 χρόνια.

Η ανησυχία είναι πάντως πολύ εντονότερη μεταξύ των Γερμανών τραπεζιτών, οι οποίοι προειδοποιούν για τον κίνδυνο τραπεζικής κρίσης εξαιτίας της πολιτικής της ΕΚΤ. Η Bundesbank ζητάει μάλιστα επειγόντως κρατική εγγύηση των καταθέσεων, προκειμένου σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο να προστατευθούν οι καταθέτες αλλά και όσοι έχουν επενδύσει σε συνταξιοδοτικά προγράμματα.

Σύμφωνα με τον επικεφαλής της Deutsche Bank Τζον Κράιαν, η υπερβολική νομισματική πολιτική της ΕΚΤ προκαλεί περισσότερη ζημία παρά οφέλη. Η ΕΚΤ, επισημαίνει σε άρθρο του στη Handelsblatt, έκανε πάρα πολλά προκειμένου να σταθεροποιήσει την Ευρώπη στην οικονομική κρίση και στην κρίση χρέους. «Στο μεταξύ όμως η νομισματική πολιτική λειτουργεί ενάντια στους στόχους της ενίσχυσης της οικονομίας και της διασφάλισης του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος», τονίζει και προειδοποιεί τους καταθέτες οι οποίοι, όπως λέει, βρίσκονται ενώπιον τεράστιου κινδύνου. «Για τους καταθέτες και τα συνταξιοδοτικά προγράμματά τους οι συνέπειες θα είναι καταστροφικές», αν δεν αλλάξει κάτι θεμελιωδώς, επισημαίνει.

Οπως γράφει ο κ. Κράιαν, το πλεόνασμα επιτοκίων αποτελεί σημαντικό έσοδο για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Αυτό όμως έχει από το 2009 περιοριστεί σε ολόκληρη την Ευρωζώνη στο 7%. «Το να μην παίρνεις χρήματα αλλά να διαθέτεις χρήματα, κοστίζει επιτόκια. Ετσι θίγεται η ασφάλεια», αναφέρει ο επικεφαλής της DB και ζητάει από τον διοικητή της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι να αλλάξει πορεία και να εγκαταλείψει την πολιτική των αρνητικών επιτοκίων.

Από την πλευρά της Bundesbank, το μέλος του Δ.Σ. Αντρέας Ντόμπρετ δηλώνει στο Reuters ότι θεωρεί λογικό οι γερμανικές τράπεζες να σκέφτονται να επιβάλουν χρεώσεις στους τρεχούμενους λογαριασμούς, επισημαίνοντας ότι «οι τραπεζικές υπηρεσίες δεν μπορεί να είναι δωρεάν, εφόσον οι τράπεζες δεν κερδίζουν χρήματα από τη διαφορά επιτοκίου», αλλά διευκρινίζει ότι δεν θεωρεί πιθανό να γενικευτεί η επιβολή χρεώσεων στους λογαριασμούς καταθέσεων, όπως συνέβη π.χ. στην Post Bank, θυγατρική της Deutsche Bank.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ