Δημήτρης Ρηγόπουλος ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ

Ολυμπιονίκες, ελληνική οικογένεια και κράτος

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω αν τα ευτράπελα που σημάδεψαν την επιστροφή των ολυμπιονικών του Ρίο αξίζουν το κλισέ επίθετο «πρωτοφανή» ή αν συμβαίνουν και σε άλλες χώρες του πολιτισμένου κόσμου. Πάντως, και ανεξάρτητα από τον καταμερισμό των ευθυνών, η απουσία της Αννας Κορακάκη από την επίσημη υποδοχή στο Προεδρικό Μέγαρο είναι ενδεικτική μιας εκτεταμένης παθολογίας που παράγει παρόμοια γεγονότα, στα όρια της φαρσοκωμωδίας.

Υπάρχει, όμως, ένας κοινός παρονομαστής που έχει ενδιαφέρον: σε πολλές περιπτώσεις, οι αθλητές δεν εμφανίζονται ως μονάδες αλλά ως μέλη της οικογένειάς τους. Οχι σπάνια, γονείς, αδέλφια, θείοι και ξαδέλφια επιστρατεύονται για να υπερασπιστούν τον «θιγόμενο» συγγενή τους αν κάποιες δηλώσεις του τελευταίου «παρεξηγήθηκαν», «διαστρεβλώθηκαν» ή δεν έγιναν ποτέ. Η ξαφνική δημοσιότητα παραβιάζει «κόκκινες γραμμές» ιδιωτικότητας, συχνά με ευθύνη της ίδιας της οικογένειας που, άμαθη και απροετοίμαστη για τους άγραφους κανόνες της (βουλιμικής) επικοινωνίας και πάνω στο μεθύσι της μεγάλης χαράς, ανοίγει την πόρτα σε κάμερες.

Αυτά δεν είναι αποκλειστικά ελληνικά φαινόμενα αλλά σίγουρα είναι πολύ ελληνική αυτή η αίσθηση ότι πίσω από τους μεγάλους αυτούς αθλητές δεν υπάρχει ένα επαγγελματικό, θεσμικά οργανωμένο σύστημα προστασίας τους (όπως θα περίμενε κανείς), αλλά μόνο η οικογένειά τους. Αντί για την Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή, τις αθλητικές ομοσπονδίες ή τους χορηγούς που θα μπορούσαν να λειτουργούν ως κυματοθραύστες σε περιπτώσεις «κρίσης», τον ρόλο αυτό αναλαμβάνουν οι οικογένειες των αθλητών, όχι πάντα με τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα. Οι μπαμπάδες και οι μαμάδες θα λειτουργήσουν ως μπαμπάδες και μαμάδες, και ειδικά στην Ελλάδα γνωρίζουμε τι σημαίνει αυτό.

Από αυτήν την άποψη δεν μου έκανε εντύπωση μια αποστροφή της πρόσφατης ανάρτησης της Αννας Κορακάκη στο Facebook με την οποία «άδειαζε» διαρροή της Προεδρίας της Δημοκρατίας σχετικά με τη μη πρόσκλησή της στην τελετή της περασμένης εβδομάδας. «Κανείς και τίποτα δεν πρόκειται ποτέ να με ρίξει. Κι αυτό, γιατί ανήκω σε μια οικογένεια δεμένη, που μ’ έχει εξοπλίσει με ατσάλινη θέληση, πείσμα και δύναμη – τόση που πολλοί δεν την αντέχουν». Η αναφορά στην οικογένεια δεν γίνεται τυχαία. Εδώ, ο οικογενειακός δεσμός αντιπαραβάλλεται με τον απρόσωπο, γραφειοκρατικό και συχνά εχθρικό μηχανισμό του κράτους.

Προσωπικά, σε όλο αυτό το κουβάρι που μπλέκονται αθλητές, πολιτικοί και γονείς βλέπω δύο προβλήματα. Το πρώτο προσπάθησα να το περιγράψω νωρίτερα και αναφέρομαι στην απουσία ενός υπεύθυνου θεσμικού οργάνου που θα λειτουργεί με επαγγελματισμό και αποτελεσματικότητα υπέρ των συμφερόντων των μεγάλων αθλητών που φέρνουν διακρίσεις στη χώρα. Το δεύτερο έχει να κάνει με την ευκολία με την οποία ενήλικοι αθλητές παραχωρούν σε συγγενείς τους τη διαχείριση ευαίσθητων επικοινωνιακών θεμάτων που απαιτούν λεπτούς χειρισμούς. Και για τα δύο δεν θα πρέπει να είμαστε πολύ χαρούμενοι.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ