ΓΑΣΤΡΟΝΟΜΙΑ

Στη Λιβαδειά, πλάι στην Κρύα, του ’30

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΜΙΧΑΛΗΣ Ν. ΚΑΤΣΙΓΕΡΑΣ

Το εστιατόριο-καφενείο του Πέτρου Παντέλου τη δεκαετία του ’40.

Ο Maurice Bedel ήταν ένας πολυγραφότατος Γάλλος μυθιστοριογράφος του Μεσοπολέμου. Ξεχασμένος σήμερα, είχε γράψει και ένα μυθιστόρημα με τίτλο «Le laurier d’Apollon» («Η δάφνη του Απόλλωνος»), που εκδόθηκε το 1936 και την ίδια χρονιά δημοσιεύθηκε σε συνέχειες στην «Καθημερινή». Σε βιβλίο βγήκε μεταπολεμικά, με τίτλο «Ενα ειδύλλιο στην Ελλάδα».

Ο ήρωας-αφηγητής είναι ο νεαρός ζωγράφος Ζακ και η νεαρή επίσης αρχαιολόγος Μαρία Ντιπέν, την οποία γνωρίζει στο ταξίδι από τη Γαλλία προς την Ελλάδα και την ερωτεύεται. Αποφασίζουν να συνταξιδέψουν και αφού φτάσουν στον Πειραιά. Προορισμός τους οι Δελφοί.

Φτάνουν με το τρένο στο σταθμό της Λιβαδειάς και με ένα παράξενο κίτρινο «λεωφορείο» κατευθύνονται για την πόλη, με σκοπό να πάνε στο μαντείο του Τροφώνιου. Μαζί τους ο γλωσσολόγος Σπυρίδων Κικής, τον οποίο γνώρισαν στο τρένο. Βρίσκουν ξενοδοχείο στη Λιβαδειά και ο Κικής τούς οδηγεί για φαγητό στην Κρύα, στις όχθες της Ερκυνας, της νύμφης που μεταμορφώθηκε σε χήνα. Κάθονται στο εστιατόριο του Πέτρου Παντέλου.

Γράφει ο Μπεντέλ: «Τέσσερα-πέντε πλατάνια, ψηλά έως τον ουρανό, εκρατούσαν σκιά σ’ εκείνο το μέρος. Και το ποτάμι της χήνας, κυλώντας γοργά τα νερά του, εσκόρπιζε ευχάριστη δροσιά κάτω από τον ίσκιο. Ευρισκόμεθα στην είσοδο μιας χαράδρας που αντιλαλούσε από ψιθυρίσματα νερών».

Εδώ, βεβαίως, στον «Γαστρονόμο» μάς ενδιαφέρει τι έφαγαν και τι ήπιαν οι ταξιδιώτες μας στη Λιβαδειά των μέσων της δεκαετίας του ’30: «Εκαθήσαμε σ’ έναν εξώστη, πάνω από το ρεύμα της Ερκυνας. Σε μισή ώρα ο κ. Πέτρος Παντέλος είχε ετοιμάσει ένα γεύμα από κολοκυθάκια με το λάδι, μαύρες ελιές, άσπρο τυρί και σταρένιο ψωμί - σερβιρισμένα σε τέσσερα βαθειά πιάτα, τα οποία η Μαρία και εγώ κατεβροχθίσαμε αμέσως. Οταν αδειάσαμε τα πιάτα, έκαμα νόημα του Παντέλου να τα ξαναγεμίσει· παρεξενεύθη όταν μας είδε να πεινάμε ακόμη ύστερ’ από ένα τέτοιο συμπόσιο. Αλλ’ η κατάπληξίς του υπήρξε μεγαλυτέρα όταν τον παρεκάλεσα, και για Τρίτη φορά, να μας φέρει ελιές και κολοκυθάκια. [...]».

Εκεί όμως που ο ήρωας-αφηγητής τα χρειάστηκε ήταν όταν μετά το φαγητό ήπιε ρετσίνα: «Διαβολικό μείγμα από πίσσα και σταφυλοζούμι. Αντίθετα, όμως, η Μαρία και ο κ. Κικής κατέβαζαν το ένα ποτήρι μετά το άλλο... Μάλιστα η φιλόλογος και αρχαιολόγος Μαρία την εξύμνησε: “Το κρασί αυτό είναι περίφημο! Είναι ρετσίνα. Στην αρχαιότητα την έπιναν και άνθρωποι και θεοί. Ο Σειληνός μεθούσε πίνοντας από το κρασί αυτό. [...] Πιέστε, κύριε, πιέστε...”».  

(Η φωτογραφία με το εστιατόριο-καφενείο του Παντέλου είναι άγνωστου φωτογράφου, τραβηγμένη τη δεκαετία του ’40. Σήμερα το κτίσμα δεν υπάρχει. Στη θέση του, δίπλα, βρίσκεται το «Ξενία». Η φωτογραφία αναδημοσιεύεται από το λεύκωμα «Λιβαδειά: Ταξίδι μνήμης», εκδ. Δήμος Λεβαδέων, 2008, με την ευγενή άδεια του συγγραφέα του, Κωνσταντίνου Δ. Στεφάνου.)

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ