ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στην αυγή της χιλιετίας οι mainstream ταινίες κινουμένων σχεδίων απέκτησαν βάθος παρόμοιο με αυτό που συναντάμε σε ταινίες για μεγάλους, διατηρώντας όμως την παιδική αίσθησή τους. Το «Ψάχνοντας τον Νέμο», που σηματοδότησε αυτή την καμπή, προσαρμόστηκε σε νέα κοινωνικά δεδομένα: έννοιες όπως μονογονεϊκή οικογένεια, διαφορετικότητα και απώλεια ήρθαν στον αφρό μιας ιστορίας που εκτυλισσόταν στον βυθό της θάλασσας. Δεκατρία χρόνια μετά την περιπέτεια του μικρού Νέμου ήρθε το σίκουελ, το «Ψάχνοντας την Ντόρι» (***).

Η Ντόρι, ένα μπλε ψαράκι με απώλεια βραχείας μνήμης, παρασύρεται από τα ρεύματα μακριά από τον ύφαλό της. Επειτα από έναν χρόνο περιπλάνησης στον ωκεανό, αρχίζει να θυμάται κάποια σημάδια που θα μπορούσαν να την οδηγήσουν πίσω στο σπίτι. Η μαμά μας φρόντιζε πάντα να απλώνει κοχύλια στον βυθό, σε ακτινωτές σειρές με κέντρο τον ύφαλό τους, για να μπορεί να τα ακολουθήσει η Ντόρι σε περίπτωση που χαθεί.

Το εύρημα που έδωσε ώθηση στο παραμύθι του Κοντορεβυθούλη, χρησιμοποιείται από την αντίστροφη για να λάμψει σαν υποβρύχιος φάρος η δύναμη της αγάπης του γονιού, ο οποίος περιμένει με αγωνία το παιδί του να επιστρέψει από την πρώτη μεγάλη έξοδό του στον άγνωστο και επικίνδυνο κόσμο.

Στην ιστορία του Νέμο κεντρικός ήρωας, ουσιαστικά, δεν ήταν αυτός. Ηταν ο Μάρλιν, ο πατέρας του, που έπρεπε να σηκώσει το βάρος της μονογονεϊκής οικογένειας, αλλά και να αποκτήσει δυνάμεις πρωτόγνωρες, για να τον ψάξει σε άγνωστο βυθό. Στη σημερινή ιστορία κεντρικό πρόσωπο είναι η Ντόρι, το ανέμελο παιδί που στο τέλος της ημέρας επιστρέφει στο σπίτι. Η απώλεια μνήμης, που της επιτρέπει να ζει χωρίς αγωνία ή φόβο για τυχόν συνέπειες ακόμη και την πιο τρελή περιπέτεια, παραπέμπει, με αρκετά κωμικό τρόπο, σε αυτή την αίσθηση της ανεμελιάς. Το δεύτερο μέρος της ταινίας είναι το καλύτερο.

Στο «Τζέισον Μπορν» (**) ο Πολ Γκρίνγκρας ξαναρίχνει στην καταιγιστική δράση τον ήρωά του, η περιπέτεια όμως είναι σαν ξαναζεσταμένη σούπα. Ο Μπορν βιοπορίζεται ως πυγμάχος σε παράνομους αγώνες στα ελληνοσκοπιανά σύνορα. Μια φίλη του από τη CIA τού προωθεί ένα δισκάκι με στοιχεία που θα τον οδηγήσουν στην αλήθεια γύρω από τη δολοφονία του πατέρα του στο παρελθόν.

Το κομμάτι της ταινίας, που έχει ως σκηνικό μια φλεγόμενη από ταραχές Αθήνα, γυρίστηκε στην Τενερίφη και δεν κολακεύει τον Γκρίνγκρας, που, ομολογουμένως, είναι μαέστρος της δράσης. Γενικότερα, υπάρχει σεναριακό πρόβλημα. Με τον Ματ Ντέιμον, την Αλίσια Βικάντερ, τον Τόμι Λι Τζόουνς και την Τζούλια Στάιλς.

Με το «Παράφορα» (** ½) του Πιερ Γκοντό επιστρέφει η Αντέλ Εξαρχόπουλος· ενσαρκώνει μια έφηβη κρατούμενη που παρασύρει τον διευθυντή της μιας φυλακής σε μια ολέθρια ερωτική σχέση. Μια αίσθηση διφορούμενου, που υπάρχει από την αρχή, είναι στα υπέρ της ταινίας. Στα κατά, η περιγραφικότητα.

Το ιρλανδικό «Sing Street» (***) είναι μια ευχάριστη έκπληξη από τον Τζον Κάρνεϊ. Τρυφερό δράμα ενηλικίωσης, με φόντο το Δουβλίνο της δεκαετίας του ’80, που θα αρέσει σε όσους εκείνη την εποχή άκουγαν Duran Duran και Genesis, ενώ παράλληλα ανακάλυπταν τους Cure και τους The Class. Ενας 14χρονος από δυσλειτουργική οικογένεια, «φουτουριστής που βαριέται τη νοσταλγία», αλλά και επηρεασμένος από το glam rock, δημιουργεί ένα ροκ συγκρότημα για να «ρίξει» μια κοπέλα.

O «Δρόμος για το Λα Παζ» (***) του Φρανσίσκο Βαρόνε, φαινομενικά μονόχορδο ρόουντ μούβι από την Αργεντινή, είναι ανοικτό για σινεφίλ που ψάχνουν βαθιά στις εικόνες. Αληθινά ξεχωριστή ταινία, σου δίνει την εντύπωση πως έχει επιρροές από το σινεμά του Κιαροστάμι ενώ διαλύει και στερεότυπα γύρω από το Ισλάμ. Ενας ηλικιωμένος μουσουλμάνος μισθώνει το «ταξί» ενός άντρα, που φαντάζει σαν ναυαγός της ζωής, για να τον πάει στη Λα Παζ της Βολιβίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ