ΘΕΑΤΡΟ

Παρανάγνωση και ισοπέδωση

ΑΝΝΥ ΚΟΛΤΣΙΔΟΠΟΥΛΟΥ

Στιγμιότυπο από την «Ορέστεια» του Αισχύλου σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Ορέστεια
σκηνοθ.: Γιάννης Χουβαρδάς
θέατρο: Ανοιχτό θέατρο Χώρας Ανδρου
(Φεστιβάλ Ανδρου)

Από τους πολυάριθμους χαρακτηρισμούς που συνόδευσαν την παράσταση από την Επίδαυρο (8, 9/7) ώς την Ανδρο (7/8) όπου την είδα, ο όρος «παρανάγνωση» (Ιλειάνα Δημάδη) μου ήρθε αυτόματα στον νου μόλις αντίκρισα τον φύλακα ξαπλωμένο πάνω σε πελώρια ντουλάπα, δεσπόζουσα, κοροϊδευτικά απειλητική μέσα στο αστικό σαλονάκι των Ατρειδών (Εύα Μανιδάκη). Στριφογυρίζει άγρυπνος όπως και τις υπόλοιπες 3.650 νύχτες δέκα ολόκληρων χρόνων, σιγοτραγουδά, σαρώνει τον ορίζοντα από τη στέγη του καταραμένου Οίκου, ψέγοντας την Κλυταιμνήστρα και περιμένοντας το φωτεινό σημάδι της νικηφόρας επιστροφής του

Αγαμέμνονα από την Τροία. Εκεί τελείωσε η παρανάγνωση και άρχισε η ισοπέδωση στο όνομα μιας δήθεν μηδενιστικής κοσμοθεώρησης. Η πελώρια ντουλάπα με τον γκρινιάρη, τραγουδιάρη και φωνακλά φρουρό στις... επάλξεις της σάλπιζε πριν ακουστεί καν η πρώτη λέξη, πως έκρυβε σκελετούς στο εσωτερικό της αλλά πουθενά το DNA του Αισχύλου.

Δεν περίμενα ασφαλώς από τον συγκεκριμένο σκηνοθέτη συμβατική ανάγνωση-προσέγγιση της δραστικά συντομευμένης Τριλογίας, μεταφρασμένης από τον Δημήτρη Δημητριάδη. Oύτε και θα το επιθυμούσα.

Γνώριζα τη χρονική μετάθεση Αγαμέμνονα και Χοηφόρων στη δεκαετία του ’40 όπως και την «εκτίναξη» του τρίτου μέρους, των Ερινυών, στο... Διάστημα. Αγνοούσα κατάλυση μορφής, ήθους κι αισθητικής.

Αναρωτήθηκα, ακούγοντας τους Ανδριώτες γύρω μου, τι όφελος έχει η περιφέρεια από τέτοιες παραστάσεις που την οργώνουν μετά τα Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου. Υποχρέωση της κάθε επαρχιακής «πιάτσας» (εδώ, «Διεθνές Φεστιβάλ Ανδρου»), η διευκρίνιση προς το ενδιαφερόμενο και όχι μόνον υποτελές σε φίρμες κοινό του, πως δεν θα δει π.χ. την Ορέστεια του Αισχύλου ή τη Λυσιστράτη του Αριστοφάνη αλλά μια λιγότερο ή περισσότερο σχετική παραποίηση, μεταποίηση, διασκευή. Ψύλλοι στ’ άχυρα δηλαδή για κάτι, που μετά 3-4 χρόνια θα το συνειδητοποιήσει μόνο του - αν πηγαίνει ακόμα θέατρο. Αλλωστε... «η Επίδαυρος φέτος νομοθέτησε»... όπως απεφάνθη συνάδελφος, άρα έγινε η παρ-ανάγνωση, η παραμόρφωση, η ακύρωση ενός κλασικού έργου, νόμος και θεσμός!

Και δεν θα στεκόμουν στις εικονοποιητικές, συνειρμικές εμμονές με τις πολυθρόνες, τους καναπέδες, τα τραπεζάκια, τα λικεράκια και τα πικάπ να παίζουν επαναλαμβανόμενα Βέμπο και Στέλλα Γκρέκα, στα εμβατήρια «η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει» να δονούν τον τόπο, στον Αγαμέμνονα με άρβυλα και φισεκλίκια πάνω στις μπερζέρες να χώνει την κάννη του όπλου του στο στόμα του μισόγυμνου πορνιδίου που το λένε Κασσάνδρα και παθαίνει κάτι σαν στιγμιαίες ηλεκτροπληξίες, στα πατομπούκαλα που διαστέλλουν τα μάτια ενός αγαθιάρη Ορέστη και μιας σιγανοπαπαδιάς Ηλέκτρας, στην Κλυταιμνήστρα-οικοδέσποινα να ετοιμάζει φονική υποδοχή με την ποδίτσα της, στον εξαφανισμένο χορό των γερόντων να συρρικνώνεται σε κουτσομπολιό δύο γυναικών, στα γραφικά, πατριωτικά ξεσπάσματα του φρουρού που κατέβηκε από την ντουλάπα στο σαλόνι, στα πτώματα που ξερνάει κάθε τόσο εν μέσω καπνών και βρυχηθμών η ντουλάπα, στην απαράδεχτα πρόχειρη μεταμφίεση του Αγαμέμνονα σε τροφό, στην -υποτίθεται- εφιαλτική εμφάνιση των Ερινυών ως αντίγραφα της τρανσέξουαλ Conchita Wurst στη Γιουροβίζιον του ’14, στην έκπαγλη εμφάνιση α λα Σάκης Ρουβάς των θεών Απόλλωνα και Αθηνάς στις Ευμενίδες. Δεν θα στεκόμουν σε όλα αυτά τα παραμορφωτικά, αν είχαν περισωθεί στο ελάχιστο το πνεύμα της αισχυλικής τριλογίας, η δύναμη και το μεγαλείο της. Αν είχαν περισωθεί, με κάποιο τρόπο, η ποίηση των έξοχων χορικών ή έστω ο φόβος, το μυστήριο και ο τρόμος που περιβάλλει τη διάχυτη ευσέβεια. Αν κάτι από τη συνεχή, αγωνιώδη αναζήτηση της δικαιοσύνης είχε παρεισφρήσει στην ισοπεδωτική μανία της σκηνοθεσίας. Γιατί, όπως επισημαίνει και η J. de Romilly, αυτή η αναζήτηση είναι που δίνει στο μεγαλοδύναμο έργο του Αισχύλου μια επιπλέον διάσταση, μεγαλώνει την αξία κάθε πράξης, λέξης, σκέψης, γεγονότος.

Κλείνοντας, οφείλω μια ομολογία: Χάρη στην ένταση, στις ελάχιστες ευκαιρίες ερμηνείας, στο ταλέντο και στην αυταπάρνηση των ηθοποιών δεν βαρέθηκα. Παρατηρούσα την αφοσίωση, την αυτοτροφοδότηση και τη συνοχή τους σε μια ιστορία που δεν κάλυπτε στο ελάχιστο τις δυνατότητες και πιθανόν τις προσδοκίες τους.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ