ΜΟΥΣΙΚΗ

Οίνος ευφραίνει Μούσες... και φιλόμουσους

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Γ. ΚΙΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ

Η σοπράνο Μυρσίνη Μαργαρίτη (δεξιά) και η πιανίστα Ζωή Ζενιώδη , μετά το τέλος της συναυλίας που έδωσαν στο πλαίσιο των φετινών εκδηλώσεων «Μεγάλες Μέρες της Νεμέας 2016».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το κρασί συχνά το συσχετίζουμε με τη μουσική· και τα δύο ευφραίνουν τις καρδιές των ανθρώπων, και τα δύο λογίζονται στις απαραίτητες πολυτέλειες που κάνουν τη ζωή ενδιαφέρουσα. Τα αναγκαία του «ευ ζην».

Επίσης και τα δύο συγκαταλέγονται ανάμεσα στα πράγματα που άλλαξαν σημαντικά προς το καλύτερο στην Ελλάδα τα τελευταία 25 χρόνια. Σε αυτό το διάστημα εμφανίστηκαν νέοι χώροι συναυλιών, μουσικά σύνολα, καλλιτέχνες με αξιόλογες σπουδές, αλλά και ένα νέο σώμα ακροατών. Την ίδια περίπου περίοδο το ευρύ κοινό γνώρισε τη δουλειά νέων οινοποιών, που μεταμόρφωσαν τον χαρακτήρα του ελληνικού κρασιού αλλά και ξύπνησαν το ενδιαφέρον για τις ελληνικές ποικιλίες.

Και βέβαια και τα δύο συγκαταλέγονται στα πρόσφατα επιτεύγματα που αποκτήθηκαν με μόχθο αλλά θα απολεσθούν με εκπληκτική ευκολία, αν δεν τα προσέξουμε.
Μέτρο του ποια μπορεί να είναι είναι η θέση του καλού κρασιού στο σύστημα των πολιτιστικών μας αξιών ήταν η συναυλία που πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 20 Αυγούστου στον αρχαιολογικό χώρο της Αρχαίας Νεμέας, με τη σοπράνο Μυρσίνη Μαργαρίτη και την πιανίστα Ζωή Ζενιώδη, στο πλαίσιο των φετινών εκδηλώσεων «Μεγάλες Μέρες της Νεμέας 2016», που οργανώνουν ο Σύνδεσμος Οινοποιών Νεμέας και ο Δήμος Νεμέας.

Για λόγους καθαρής ατυχίας μπορέσαμε να παρακολουθήσουμε μόνο το δεύτερο μέρος της βραδιάς, που ήταν αφιερωμένο στο έντεχνο τραγούδι, ελληνικό και ξένο: Besa me mucho, Amado mio, Θεοδωράκης, Χατζιδάκις, κ.ά.

Το πρώτο μέρος ήταν αφιερωμένο σε δημοφιλείς κλασικές άριες και, γνωρίζοντας τις καλλιτέχνιδες, δεν αμφιβάλλουμε ότι θα υπήρξε εξαιρετικό. Από την άλλη, το γεγονός ότι παρακολουθήσαμε μια τραγουδίστρια, την οποία γνωρίζαμε καλά κυρίως ως κλασική σοπράνο, να ερμηνεύει αποκλειστικά έντεχνο ρεπερτόριο, μας επέτρεψε να εκτιμήσουμε καλύτερα τη σημαντική συνεισφορά της σε αυτό το είδος.

Γιατί η ερμηνεία της ήταν απολύτως γοητευτική: η Μυρσίνη Μαργαρίτη απέδωσε τα τραγούδια με την πάντοτε λαμπερή φωνή της αλλά χωρίς οπερατικό στόμφο, με εξαιρετική αίσθηση της μελωδικής γραμμής, με ερμηνευτική εκλέπτυνση τόση όση χρειαζόταν, και πάντοτε με συναίσθημα. Εξαιρετική ήταν και η συνοδεία της Ζωής Ζενιώδη, που είχε στη διάθεσή της ένα απλό όρθιο πιάνο.

Μικροφωνική ενίσχυση

Η προσέγγιση αυτή δικαίωσε τα τραγούδια σίγουρα περισσότερο από ό,τι κάνουν φωνές κομμένες και ραμμένες αποκλειστικά για το μικρόφωνο, χωρίς «βάθος». Ταυτόχρονα αποφεύχθηκε η υιοθέτηση μιας πιο «οπερατικής» αντιμετώπισης, που θα παραμόρφωνε τα τραγούδια σε κάτι που δεν είναι. Ισως αυτή είναι η χρυσή τομή που αναδεικνύει το έντεχνο τραγούδι με τον καλύτερο τρόπο.

Η συναυλία δόθηκε με μικροφωνική ενίσχυση, η οποία ήταν ομολογουμένως καλή. Η φωνή της τραγουδίστριας αποδόθηκε αρκετά πιστά, με κάποια μικρή απώλεια στους χαμηλούς αρμονικούς που όξυναν λίγο την υψηλή περιοχή. Αλλά γρήγορα το συνήθιζες και πρόσεχες την κόκκινη πανσέληνο των δύο ημερών πλάι στους κίονες του αρχαίου ναού.

Για όποιον επιθυμούσε να ζήσει αυτό που συνήθως επιφυλάσσεται μόνο σε ήρωες κινηματογραφικών ταινιών, δηλαδή να περιηγηθεί νύχτα με πανσέληνο στις αρχαιότητες ενώ μια υπέροχη μουσική διαχέεται στον αέρα, ο αρχαιολογικός χώρος παρέμεινε υποβλητικά φωτισμένος και επισκέψιμος, με διακριτική παρουσία των φυλάκων. Ως εμπειρία ήταν αυτό ακριβώς που ονομάζουμε ρομαντικό.

Στο τέλος του κανονικού προγράμματος οι δύο καλλιτέχνιδες πρότειναν στο κοινό τρία τραγούδια για να επιλέξουν ποιο θέλουν να ακούσουν. «Και τα τρία!» ήταν ομοθυμαδόν η απάντηση. Εισακούσθηκε.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ