ΒΙΒΛΙΟ

Παραγωγικές αλληγορίες

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ

Εργο του Νίκου Κεσσανλή από την έκθεση «Απόντες» στο Μουσείο Φρυσίρα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ
Εγώ το μαύρο θα κρατάω έως θανάτου
εκδ. Κέδρος, σελ. 56

Η ανατρεπτική σημειωτική του Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, ο οποίος συγκαταλέγεται στους αντιπροσωπευτικότερους, πολυβραβευμένους δημιουργούς της γενιάς του ’70, ανταποκρίνεται απολύτως σε ό,τι έχει αναλάβει να εκπληρώσει. Οι οριακές αλληλουχίες ονειρικών και ενσυνειδήτων ρυθμών, οι αμφισημίες των κρίσιμων φαινομένων του βίου, οι κύριες ανταποκρίσεις μεταξύ ύπαρξης και μη ύπαρξης και βεβαίως οι διαχρονικές, υποδόριες σχεδόν πάντα, διασυνδέσεις υποκειμένων και αντικειμένων επαληθεύονται, αποτυπώνονται και ταξινομούνται με υποδειγματική νηφαλιότητα. Απομονώνω, για τις ανάγκες της εποπτικής στιγμής, από την προγενέστερη συλλογή του, το «Παιδικό κουρείο», που εκδόθηκε πριν από τρία χρόνια επίσης από τον «Κέδρο», τα εξής ενδεικτικά: «Ενα λουλούδι μπορεί να μην ερμηνεύει τον κόσμο, ερμηνεύει ωστόσο το χρώμα του που είναι μια μουσική ανεξήγητη όσο και αν δεν ακούγεται./Ισως γιατί οι αποχρώσεις της απλότητας επιβάλλουν σιωπή αλλά σιωπή πραγματική και όχι ενός βιβλίου που διαρκώς μηρυκάζει τις σελίδες του».

Σήμερα, η εμφανής εξειδίκευση της συγκεκριμένης αυτής ρηματικής πολιτικής αποδίδει περαιτέρω τοπία μικροσκοπικής και μακροσκοπικής υφής, αναδεικνύοντας σταδιακά ευρύτερα πεδία συνειρμών. Η ίδια εμμένει σταθερά στη χρήση παραγωγικών αλληγοριών. Δεν παύει δε να αποκαλύπτει με χαρακτηριστική άνεση απόκρυφες εννοιολογικές συγγένειες, υποβάλλοντας νέες στρατηγικές ύφους. Προκαθορίζοντας τη λειτουργική ολοκλήρωση του πρωταρχικού κειμενικού σχεδίου, η τακτική του ρήματος προωθεί εν γένει την ανασύνθεση των ορατών σημείων. Τονίζω ότι το ποίημα προβάλλει καλειδοσκοπικά κρίσιμες στιγμές της στοχαζόμενης ύπαρξης, ιδίως σε ό,τι αφορά το πέρασμα από το διφορούμενο νυν στο Αδηλον του επέκεινα. Το πρόσωπο ανανεώνει συστηματικά τις επικοινωνιακές οδούς. Η γραφή αναλαμβάνει το πρόσθετο βάρος να αποτυπώσει δομές του διευρυμένου φαντασιακού παράγοντα, χωρίς ν’ αφήνει ανεκμετάλλευτη την παραμικρή σημασιοσυντακτική ικμάδα της. Η διαχείριση της μνήμης επιδιώκει κατ’ εξοχήν τη διασφάλιση των τιμαλφών από τις ατομικές εμπειρίες, Τα αντικείμενα εν τέλει φθέγγονται. Εχει ήδη προσδιορισθεί με υποδειγματική σαφήνεια η δυναμική της συνειδητής επαναμάγευσης του κοσμοειδώλου. Γι’ αυτό, μεταξύ άλλων, η γλώσσα ανανεώνει σκοπιμότητες και λειτουργίες. Κι εδώ συνεπώς τα ποιήματα, αυτές οι απροσμάχητες μαρτυρίες ισομερώς καταυγασμένης ζωής, δεν συνιστούν μερικούς ακόμη κόμπους σκοτεινών σημαινόντων, αλλά τις κομψές επιλύσεις ενός βασανιστικού αινίγματος. Στον βαθμό μάλιστα που «η γλώσσα είναι ένας λαβύρινθος από δρόμους. Ερχεσαι από μια μεριά και ξέρεις να προσανατολιστείς· έρχεσαι στην ίδια θέση από άλλη μεριά και δεν μπορείς πια να προσανατολιστείς», όπως διατείνεται ο Λούντβιχ Βιτγκενστάιν στις «Φιλοσοφικές έρευνες», η ποιητική προοπτική οφείλει, ως εκ των πραγμάτων, να διασφαλίσει την απρόσκοπτη διαδοχή των διαφορετικών τρόπων πρόσληψης των όποιων δεδομένων.

Οι αποτιμήσεις αυτής της ρηξικέλευθης όρασης συμπυκνώνουν ενδελεχώς, μεταξύ άλλων, πολύχρονες παρατηρήσεις της Φύσης ως πολύπτυχου ερμηνειών του όντως Οντος. Μια ιδιάζουσα λεκτική εγρήγορση διακρίνει τις συναφείς διαπιστώσεις στο σύνολό τους. Κοντολογίς, η συστηματική χρήση των διδαγμάτων των πολύχρονων δοκιμών στη ζώνη των υφολογικών μορφωμάτων είναι έκδηλη. Διακρίνω τα εξής χαρακτηριστικά από τη σελίδα 37: «Το γέρικο ποτάμι είναι σοφό. Θέλει νερό σιωπηλό αργό και αρυτίδωτο – ας είναι θολό δεν πειράζει. Στη ράχη του ακτίνες του ήλιου απαλές σαν δάκρυα φιλιά μιας αγάπης ραγισμένης γυαλί». Συγκρατώ ότι εμμέσως πλην σαφώς ο διάλογος με την παράδοση του δημιουργικού λόγου εξακολουθεί να παραμένει γόνιμος. Αρκεί να παραβληθούν ορισμένοι στίχοι από το «Αττικό» του Αγγελου Σικελιανού, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τους προαναφερόμενους στίχους, ώστε να εξαχθούν τα σχετικά συμπεράσματα. Ητοι: «Ο χρόνος πού είναι; Από τα φρένα μου/μιαν αύρα λιγοστή τον έχει πάρει…/Τα πεύκα τούτα είν’ από πάντα, κ’ η πνοή/αιώνια απ’ το νιο, που πνέει, θυμάρι...». Η πληρότητα της συλλογής τεκμαίρει την ικανότητα του του Κώστα Γ. Παπαγεωργίου να αναβαθμίζει το πολύμορφο υλικό της εξ αντικειμένου πραγματικότητας σε πανδέκτη αισθητικών πολυσημιών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ