Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Το δικαίωμα στην αιωνιότητα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Πριν από έναν χρόνο και μερικούς μήνες (τέλη Ιανουαρίου 2015) το είχε εξαγγείλει ο τότε αναπληρωτής υπουργός Παιδείας Τάσος Κουράκης: «Το σημείο που παραλαμβάνουμε την εκπαίδευση και την παιδεία είναι αναντίστοιχο και με τις ανάγκες του κόσμου και με τις ανάγκες της εποχής μας». Από τα πρώτα πράγματα που είχε ανακοινώσει, λοιπόν, τότε, για να θεραπεύσει την αναντιστοιχία, ήταν ότι οι «αιώνιοι φοιτητές» που έχουν διαγραφεί θα μπορούν να επιστρέψουν και να δώσουν μαθήματα για το πτυχίο.

Με βάση τα στοιχεία του υπουργείου Παιδείας, που είχαν δοθεί στη δημοσιότητα, οι «αιώνιοι φοιτητές» πανεπιστημίων και ΤΕΙ ανέρχονταν σε 178.458. Από αυτούς οι 23.529 είχαν επιδείξει κάποιο ενδιαφέρον τα τελευταία δύο χρόνια, οπότε δικαιούντο, ούτως ή άλλως, περίοδο χάριτος. Τι έπρεπε να γίνει όμως με 152.819 που αδιαφόρησαν πλήρως; Σύμφωνα με τον κ. Κουράκη θα έπρεπε να ανανεώνεται στο διηνεκές, μονομερώς, η σχέση με την ελληνική ανώτατη εκπαίδευση.

Ο Σεπτέμβρης του 2016 μάς βρίσκει με το ίδιο θέμα να επανέρχεται με ειδική ρύθμιση του νυν υπουργού Παιδείας Ν. Φίλη. Τόνισε ότι αφορά τούς ενεργούς φοιτητές που για δύο συνεχή εξάμηνα δεν πήγαν να εγγραφούν και όχι τους «αιώνιους». Ταυτόχρονα όμως –όπως διαβάζουμε– καταργεί και  τη διάταξη που αναφέρει μέχρι πότε διατηρείται η φοιτητική ιδιότητα (παρ. 1, αρ. 49 του Ν. 4009/ 2011) και, τελικά, αδρανοποιεί συνολικά τη διάταξη του προηγούμενου νόμου-πλαισίου, η οποία παρέχει τη δυνατότητα είτε διαγραφής μετά το ν+2 είτε συνέχισης της φοίτησης με τις προϋποθέσεις του εσωτερικού οργανισμού των ΑΕΙ. Υπήρχε στον προηγούμενο νόμο πρόβλεψη για διακοπή φοίτησης και επαναφορά, καθώς και καθεστώς μερικής φοίτησης για τους εργαζόμενους σπουδάζοντες.

Το όλον θέμα, αν και θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι είναι ήσσονος σημασίας (οι «αιώνιοι» πρακτικά δεν στοιχίζουν στο κράτος), παίρνει πάντοτε διαστάσεις μείζονος γεγονότος, τα δε σχόλια των αναγνωστών είναι συνήθως επιθετικά προς όποιον μάχεται τη ρύθμιση της «αιωνιότητας». Τα επιχειρήματα δε υπέρ της μονιμοποίησης των «αιώνιων» αναπαράγουν πλήρως την εικόνα παθογένειας της ελληνικής κοινωνίας. Εν τάχει. Γενικευμένη καχυποψία στους θεσμούς και στους κανόνες, άρνηση (απελπισμένη και απελπιστική) ενηλικίωσης, διαρκής μετάθεση της ευθύνης (από το κράτος και τις ελλείψεις του εκπαιδευτικού συστήματος ως… την άτιμη κοινωνία) μέχρις εξαφανίσεώς της, αδυναμία να αποδεσμευτούν από το απόλυτο του προσωπικού παραδείγματος (ο κόσμος μου, ο κόσμος όλος), επιθετικότητα προς όποιον έχει αντίθετη άποψη (είναι κατά κανόνα ελλειμματικός και… ψωριάρης). Και κάτι ακόμη. Το ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα αντιμετωπίζεται ως προέκταση του οίκου. Οπως στο σπίτι ρυθμίζουμε την καθημερινότητά μας έτσι και στο πανεπιστήμιο· οφείλει κι αυτό να ακολουθεί τους ρυθμούς μιας διευρυμένης «κακομαθησιάς», σύμφωνα με την οποία τα δικαιώματα προηγούνται σθεναρά και οι υποχρεώσεις αχνοφαίνονται στο βάθος. Οι «αιώνιοι φοιτητές» είναι ένα από τα προπύργια της Ελλάδας που πρέπει πάση θυσία όχι απλώς να μείνει όρθιο αλλά να κατέχει και θέση εξουσίας. Δεν υπακούει σε κανέναν εξορθολογισμό. Πρέπει ο φοιτητής να μπορεί να διατηρεί την ιδιότητα έως το τέλος (ο θάνατος γιατρεύει την καμπούρα, όπως έλεγε ο Χρουστσόφ). Εκείνος να αποφασίσει πότε και πώς θα κόψει τον ομφάλιο λώρο· κανένας νόμος δεν είναι αποδεκτός εφόσον περιορίζει το δικαίωμα στο «γενικώς και αορίστως», στο «περίπου», στο «θα δούμε, βρε αδελφέ».

Πράγματι. Πολύ κακό για το τίποτα. Η ρύθμιση για τους «αιώνιους φοιτητές» θεωρείται παρωνυχίδα στον όγκο των προβλημάτων της ανώτατης εκπαίδευσης… Κι αν δεν είναι; Η μάχη του αντισυστημικού είναι με το συστημικό φαίνεσθαι δεν πρόκειται να δοθεί γιατί τα μέτωπα δεν είναι δύο αλλά ένα και το αυτό.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ