Τασούλα Καραϊσκάκη ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗ

Τα ακίνητα... βάρη

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Είναι εντυπωσιακό το πόρισμα έρευνας γαλλικού ινστιτούτου (του αβά Πιερ) ότι η Ελλάδα της ιδιοκατοίκησης και των εξοχικών, της πολυετούς επένδυσης σε ακίνητα (χωρίς –τότε– ουσιαστική φορολογική επιβάρυνση και με τη βεβαιότητα της επικερδούς μελλοντικής ρευστοποίησης) θα είχε τη χαμηλότερη ποιότητα στέγασης μεταξύ των 28 της Ε.Ε. Εξετάστηκαν στοιχεία όπως το κόστος της στέγασης, τα οφειλόμενα ενοίκια, τα απλήρωτα κοινόχρηστα, η αδυναμία χρηματοδότησης της θέρμανσης, η συγκατοίκηση δύο οικογενειών στο ίδιο σπίτι (γονείς με παντρεμένα παιδιά), οι συνθήκες υγιεινής, οι άστεγοι.

Είναι αλήθεια ότι τα πράγματα έχουν αλλάξει δραματικά. Με την επιβολή υψηλής φορολογίας, τη μείωση εισοδημάτων, την ανεργία, σπίτια βγήκαν στο σφυρί, άλλα ξενοικιάστηκαν, αυξήθηκαν τα κενά διαμερίσματα, ανεκόπη η τάση επένδυσης σε κατοικίες, έσκασε η φούσκα των στεγαστικών δανείων (το 2009 το 82% των αγοραπωλησιών γινόταν με δάνειο για το 70% της αξίας του ακινήτου). Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, στη χώρα υπάρχουν 6.371.901 κανονικές κατοικίες που κατοικούνται σε ποσοστό 64,7% ενώ σε ποσοστό 35,3% είναι κενές (11,5 % εξοχικές, 9,8% δευτερεύουσες, 7,1% προς ενοικίαση, 5,6% κενές για άλλο σκοπό και 1,4% προς πώληση). Το ποσοστό των Ελλήνων που ζουν κάτω από δική τους στέγη, στην περιφέρεια ή στις πόλεις της ελληνικής λαοσύναξης, αν και παραμένει υψηλό, μειώθηκε σε 73,2% από 77,2% το 2010.

Η κατοικία αποτελεί «τομή». Από μονόδρομος προς την ανάπτυξη με την εκμετάλλευση της γης και την αντιπαροχή, που επέφεραν την πιο ευρεία κοινωνική αναδιάταξη (ισχυροποίηση και διεύρυνση της μικροαστικής τάξης, συγκέντρωση μεγάλων περιουσιών σε ακίνητα), γίνεται και πάλι μοχλός σοβαρών κοινωνικών αλλαγών. Τροποποιώντας βαθιά όχι μόνο τα χαρακτηριστικά της δόμησης αλλά και την ψυχολογία, τη στάση ζωής των πολιτών. Μολονότι δεν συμφύρονται όλοι μέσα σε μια ομοιόμορφη τύχη, οι περισσότεροι νιώθουν την κατοικία βάρος στους ασθενείς τους ώμους, βρόχο στον λαιμό. Οι οικογενειάρχες, που θεωρούσαν ως ιδιωτικό καταφύγιο, ως κατεξοχήν πυλώνα ασφάλειας την κατοχή ακίνητης περιουσίας και ένιωθαν ευτυχείς αν μπορούσαν να την κληροδοτήσουν στα παιδιά τους, τώρα αισθάνονται να καταλείπουν προβλήματα, να μεταβιβάζουν έγνοιες. Και ζουν με τον φόβο του ξεπουλήματος, της κατάσχεσης. Πλέον όχι βαθμιαία και προοδευτικά, αλλά σχεδόν βίαια, οι συμπεριφορές αλλάζουν. Πολλοί αρνούνται τα ποσοστά επί αγροτεμαχίων και κατοικιών που σαν καυτή πατάτα εγκαταλείπονται σε άλλα (συγγενικά) χέρια. Δεν ακουμπούν οικονομίες σε ακίνητα αλλά κρύβουν το χρήμα «κάτω από το στρώμα», έχοντας καλά χωνέψει τη λήξη του χρόνου που γεννούσε σιγουριά, ευημερία. Εξασθενούν και οι κοινωνικές ασφαλίσεις, οι δημοσιοϋπαλληλικού τύπου εγγυήσεις, οι ασφάλειες, οι συντάξεις... Ξεριζωμένοι από παρελθόν και μέλλον, βλέπουν έπειτα από λίγες δεκαετίες να ορθώνεται ξανά εμπρός τους ως μέγα πρόβλημα η έγνοια της προστασίας, των γηρατείων, του μέλλοντος των παιδιών. Μια πρόκληση όμως τώρα χωρίς δέλεαρ, χωρίς λάμψη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ