ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

«Η δουλειά μας μπορεί να γιατρεύει ψυχές»

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

«Αν είναι κακή η παράσταση, τελειώνοντας θέλω να τα ξεχάσω όλα. Αλλά όταν είναι καλή, με απελευθερώνει, αφήνοντας μέσα μου μια γλυκιά λύπη», λέει η Τάνια Τσανακλίδου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η παράστασή της «Μείναν τα τραγούδια μόνα» στη Μικρή Επίδαυρο ήταν από τις μαγικές βραδιές του Ιουλίου. Ομως η Τάνια Τσανακλίδου για το Ηρώδειο (5 Σεπτεμβρίου) κάνει έως τις τελευταίες ημέρες ασκήσεις για τη φωνή της και πρόβες, παρότι θα δούμε την ίδια παράσταση χωρίς αλλαγές. Θέλει απλώς να είναι «πιο ακριβής». «Δεν είναι τελειομανία. Αυτή κρύβει και μια ψυχρότητα. Μου αρέσει να βάζω την ψυχή μου σε ό,τι κάνω. Τέτοιες στιγμές, ακόμη κι αν υπάρχουν κάποιες μικρές ατέλειες ο κόσμος είναι μαζί σου».

Στην Επίδαυρο, πρώτα μαγεύτηκε η ίδια. «Ενιωσα σαν να πλύθηκε η ψυχή μου. Θα πλήρωνα για να το κάνω ξανά». Ομως πάνω απ’ όλα είναι το υλικό. «Σοφές μουσικές. Χατζιδάκις, Θεοδωράκης, Καραΐνδρου, Κυπουργός, Κραουνάκης, Πλάτωνος, Τριανταφύλλου… Τραγούδια που με άγγιξαν σε κάποιες φάσεις στη ζωή μου. Πολλά απ’ αυτά είναι άγνωστα στο ευρύ κοινό. Αλλά επειδή πια έχουμε μπουχτίσει στο ψέμα, όταν βρούμε κάτι αληθινό κολλάμε πάνω του. Αυτό συνέβη με τον κόσμο. Ο,τι ακριβώς είχε συμβεί και σε μένα όταν είδα την “Γκόλφω” του Καραθάνου την πρώτη φορά».

Συγκίνηση

Ανάλογα συγκινείται με τους «Ορνιθες» και την «Οδό Ονείρων» του Χατζιδάκι. Το «Χάθηκα μέσα στη ζωή μου» της Ελένης Καραΐνδρου, από την παράσταση «Διαμάντια και Μπλουζ», το τραγούδι του Νίκου Κυπουργού από το «Σκλαβί», το τελευταίο της Λένας Πλάτωνος «Τη λένε Εύα» σε στίχους της Ελένης Φωτάκη. Αυτά κι άλλα πολλά τραγουδάει σε ένα λιτό σκηνικό που θυμίζει θέατρο μετά το τέλος της παράστασης.

«Στο θέατρο συμβαίνει κάτι μαγικό που ακόμη κι όταν κλείσει η αυλαία το κρατάμε στην καρδιά μας, ξεχνώντας τις λεπτομέρειες. Και ξαφνικά ακούμε ένα τραγούδι από εκείνη την παράσταση και ζωντανεύει το αίσθημα το αληθινό που είχαμε νιώσει τότε, χωρίς να θυμόμαστε ακριβώς ποια σκηνή προηγήθηκε ή ποια ακολούθησε. Ξαναβιώνουμε το γνήσιο αίσθημα».

Ανάλογα είναι τα συναισθήματα και για τον καλλιτέχνη. «Αν είναι κακή η παράσταση, τελειώνοντας θέλω να τα ξεχάσω όλα. Αλλά όταν είναι καλή με απελευθερώνει, αφήνοντας μέσα μου μια γλυκιά λύπη. Σαν να ξενιτεύεται ένα δικό μου παιδί».

Η μαγεία του χώρου

Ο χώρος, επίσης, ασκεί τη δική του μαγεία. Αρχαιολόγος σπούδασε, εκτός από ηθοποιός, νιώθει δέος για όλα τα αρχαία θέατρα. Αλλά και τους μεγάλους χώρους όπως το «Ολυμπιά» κ.ά. «Πολύ πριν ξεκινήσει η παράσταση βγαίνω μόνη μου στη σκηνή, σαν να καλώ όλα τα φαντάσματα. Πάντα πάω νωρίτερα, θέλω να μένω μόνη μου μαζί του, να νιώσω τις δονήσεις του. Κάθε χώρος έχει κάτι να σου πει».

Στο Ηρώδειο έπαιξε πρώτη φορά το 1971 στο «Ονειρο καλοκαιρινής νύχτας» με τον Σπύρο Ευαγγελάτο. Την επόμενη χρονιά στις «Φοίνισσες» με το ΚΘΒΕ μαθήτρια ακόμη, έπειτα στην «Ιφιγένεια εν Ταύροις» και τη «Μήδεια» και χρόνια αργότερα στη ζωή του Μίκη Θεοδωράκη με το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας. Ποτέ όμως μεγάλη δική της συναυλία. Τη ρωτάω, αλλά δεν μένει σ’ αυτά. Περισσότερο την απασχολεί το εισιτήριο της μουσικής παράστασης στο Ηρώδειο: 35, 30, 25, 20, 10 και 5 ευρώ το φοιτητικό και ανεργίας. «Θέλω να έρθουν άνθρωποι που έχουν ανάγκη να δουν αυτή την παράσταση. Αυτοί που δεν πάνε για κοσμικούς λόγους, ούτε για να φορέσουν το 12ποντο παρότι απαγορεύεται στο μνημείο. Να έρθουν νέοι και φτωχοί άνθρωποι σαν ένα δώρο στην καρδιά τους». Και να φανταστεί κανείς ότι δύο χρόνια πριν απογοητευμένη τα είχε παρατήσει όλα και πήγε να ζήσει μόνιμα στο Πήλιο. «Τότε ήταν που είδα την “Γκόλφω” του Καραθάνου και ένιωσα ότι η δουλειά μας μπορεί να γιατρεύει ψυχές». Ετσι, τον περασμένο χειμώνα επέστρεψε στο θέατρο Τέχνης και συνεργάστηκε με την ομάδα bijoux de kant του Γιάννη Σκουρλέτη στο έργο του Ακη Δήμου «Οσα η καρδιά μου στην καταιγίδα». «Ηταν σαν να ξανάκανα ένα υποκριτικό στούντιο». Τον φετινό χειμώνα σχεδιάζει να παίξει τον «Κατάδεσμο», ένα σπαραχτικό μονόλογο του Θωμά Κοροβίνη. «Δύσκολο κείμενο, βαθιά πολιτικό. Κονταροχτυπιέμαι μαζί του. Εχει πολλές βωμολοχίες και θέλει αληθινό αίσθημα να στηριχτεί ώστε να μην δείχνει χυδαίο».

Η πίεση της κρίσης

Από τους πρώτους που βγήκε στον δρόμο με την κρίση, η Τάνια Τσανακλίδου δεν κρύβει ότι πιέζεται όπως όλοι μας. «Ειδικά οι ηθοποιοί αλλά και οι μουσικοί τα φέρνουν δύσκολα βόλτα. Αυτά τα παιδιά με ένα, άντε δυο την εβδομάδα μεροκάματα, πώς να ζήσουν; Ολοι ζορίζονται, το βλέπω στους φίλους μου, τους συγγενείς μου, τον εαυτό μου. Αν στο πρώτο και στο δεύτερο μνημόνιο είχε βγει όλη η χώρα στον δρόμο, δεν θα είχαμε φτάσει εδώ. Τώρα ο καθένας κρύβεται στην τρύπα του και γλείφει τις πληγές του».

Πριν πούμε καληνύχτα, τη ρωτάω γιατί δεν γράφει. «Το γράψιμο ήταν παλιά η εκτόνωσή μου. Τα τελευταία χρόνια υπήρξε μέσα μου ένας θυμός και μια σκληράδα που τρόμαζε και μένα. Πρέπει να γαληνέψεις για να γράψεις. Ο θυμός δεν είναι καλός οδηγός. Αυτό με απασχολεί και στον “Κατάδεσμο”, πρέπει να βρω το φως του για να το δώσω στο κοινό».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ