ΚΟΣΜΟΣ

Η Γαλλία ανάμεσα στη Μαριάν και τη Μαρίν

ΠΕΤΡΟΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Ο Γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ καταρρέει στις δημοσκοπήσεις και εγκαταλείπεται από στενούς συνεργάτες του. Αρνό Μοντεμπούρ, Εμανουέλ Μακρόν, Μπενουά Αμόν ετοιμάζονται να διεκδικήσουν την προεδρία στις εκλογές της ερχόμενης άνοιξης.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Ολα αυτά τα κακομαθημένα παιδιά της Δημοκρατίας –ο Μακρόν, ο Μοντεμπούρ, ο Χαμόν– δαγκώνουν το χέρι που τους δημιούργησε, τους προώθησε, τους τάισε. Είναι η απόλυτη ναυτία». Με αυτό τον έντονο τρόπο αντέδρασε ο Σοσιαλιστής βουλευτής Φιλίπ Μαρτέν στον πληθωρισμό πρώην υπουργών του κόμματός του που ετοιμάζονται να διεκδικήσουν την προεδρία στις εκλογές της ερχόμενης άνοιξης εναντίον του Φρανσουά Ολάντ. Μετά τους εξ αριστερών «αντάρτες» Αρνό Μοντεμπούρ και Μπενουά Αμόν, ήρθε η σειρά του 38χρονου Εμανουέλ Μακρόν, πρώην στελέχους τραπεζών, που δεν είχε ποτέ εκλεγεί σε δημόσιο αξίωμα όταν διορίστηκε υπουργός Οικονομικών από τον Ολάντ. Την περασμένη Τρίτη, ο Μακρόν παραιτήθηκε από το χαρτοφυλάκιό του και εντός των ημερών αναμένεται να επισημοποιήσει την υποψηφιότητά του.

«Με πρόδωσε πολύ μεθοδικά», σχολίασε την ίδια ημέρα στους συνδαιτυμόνες του ο Γάλλος πρόεδρος, σύμφωνα με την εφημερίδα Le Monde. Προδότης ή όχι, ο Μακρόν –ο οποίος, για να είμαστε δίκαιοι, ουδέποτε δήλωσε σοσιαλιστής– ήρθε να ενισχύσει την εικόνα ενός οικτρά αποδυναμωμένου Ολάντ, ο οποίος καταρρέει στις δημοσκοπήσεις και εγκαταλείπεται από στενούς συνεργάτες του. Ακόμη κι αν επικρατήσει στις προκριματικές εκλογές των Σοσιαλιστών, στα τέλη Ιανουαρίου, η πολυδιάσπαση στην ευρύτερη Αριστερά καθιστά σχεδόν απίθανη, με τα σημερινά δεδομένα, την είσοδό του στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών. Τουλάχιστον δύο ισχυροί υποψήφιοι, ο επικεφαλής του Αριστερού Κόμματος Ζαν-Λικ Μελανσόν και η γραμματέας των Πρασίνων Σεσίλ Ντιφλό έχουν δηλώσει ότι θα κατέβουν αυτόνομα.

Οι Ρεπουμπλικανοί

Τούτων δοθέντων, είναι πιθανό η προεδρική αναμέτρηση να κριθεί στις προκριματικές εκλογές του κεντροδεξιού κόμματος Οι Ρεπουμπλικανοί, στις 22 και 29 Νοεμβρίου. Κι αυτό γιατί η επικεφαλής του ακροδεξιού Εθνικού Μετώπου Μαρίν Λεπέν μπορεί μεν να εμφανίζεται βέβαιη ότι θα περάσει στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών, θεωρείται όμως ελάχιστα πιθανό να επικρατήσει τελικά. Πλην συγκλονιστικού απροόπτου, οι προκριματικές των Ρεπουμπλικανών θα εξελιχθούν σε αναμέτρηση μεταξύ του πρώην προέδρου Νικολά Σαρκοζί και του πρώην πρωθυπουργού Αλέν Ζιπέ. Ο τελευταίος προηγείται σε όλες σχεδόν τις δημοσκοπήσεις, αλλά ο Σαρκοζί μειώνει τελευταία την ψαλίδα και διατηρεί βάσιμες ελπίδες επικράτησης.

Το κακό είναι ότι, αν και η Μαρίν Λεπέν θεωρείται αουτσάιντερ, οι ακροδεξιές, ξενοφοβικές ιδέες της επηρεάζουν σε ανησυχητικό βαθμό το ευρύτερο πολιτικό φάσμα. Η ισπανική El Pais υποδέχθηκε την επίσημη ανακοίνωση της υποψηφιότητας Σαρκοζί με κύριο άρθρο που έκανε λόγο για «λεπενοποίηση» του κεντροδεξιού υποψηφίου και μάλλον δεν υπερέβαλε. Στο βιβλίο του «Ολα για τη Γαλλία», που εκδόθηκε τον περασμένο μήνα, ο Σαρκοζί εξέφρασε τη «βαθιά πεποίθηση ότι οι προεδρικές εκλογές θα κριθούν πάνω στο ζήτημα της εθνικής ταυτότητας». Ανακοινώνοντας την υποψηφιότητά του, ο πρώην πρόεδρος επέμεινε σ’ αυτή τη γραμμή, πλειοδοτώντας σε πατριωτικό οίστρο και αντιμουσουλμανικό μένος.

Και τι δεν είπε! Η αυτόματη απόδοση υπηκοότητας σε παιδιά μουσουλμάνων μεταναστών που γεννιούνται στη Γαλλία πρέπει να αναθεωρηθεί. Οι σχολικές καντίνες πρέπει να προσφέρουν χοιρινό και στους μουσουλμάνους μαθητές. Η μαντίλα πρέπει να απαγορευτεί στα πανεπιστήμια, όπως πρέπει να απαγορευτεί και το περίφημο μπουρκίνι στις παραλίες, παρά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, που θεώρησε τις σχετικές αποφάσεις δήμων αντισυνταγματικές. Αποκορύφωμα όλων ήταν η πρότασή του για κατ’ οίκον περιορισμό ή και προληπτική φυλάκιση ανθρώπων που θεωρούνται «ύποπτοι» για διασυνδέσεις με τζιχαντιστές, μια θέση που οδήγησε ακόμη και τον κεντροδεξιό Ζιπέ να εκραγεί, κάνοντας λόγο για «γαλλικά Γκουντάναμο».

Το ακόμη χειρότερο είναι ότι η ηγεσία των Σοσιαλιστών αισθάνθηκε κι αυτή την ανάγκη να μπει στον πλειστηριασμό εθνικιστικών και αντιμουσουλμανικών διακηρύξεων. Ο πρωθυπουργός Μανουέλ Βαλς (πολλοί λένε με ενθάρρυνση του ίδιου του Ολάντ) κάλυψε τους δημάρχους που δήλωσαν ότι θα συνεχίσουν να απαγορεύουν το μπουρκίνι, αψηφώντας το Ανώτατο Δικαστήριο. Μάλιστα, σε μια πύρινη ομιλία του, την περασμένη Δευτέρα, έφτασε να ανακηρύξει, ούτε λίγο ούτε πολύ, το τόπλες σε αξία του κοσμικού κράτους, στον αντίποδα της ισλαμικής μαντίλας, δηλώνοντας ότι η θρυλική «Μαριάν», σύμβολο της Γαλλικής Δημοκρατίας, ήταν... γυμνόστηθη!

Ευτράπελα και μελαγχολικά

Εξ όσων γνωρίζουμε, οι «Μαριάν» που φιγουράρουν ως αγάλματα ή προτομές στο Παρίσι (όπως στις πλατείες Νασιόν και Ρεπιμπλίκ, όπως και στο κτίριο της Γερουσίας, στον Κήπο του Λουξεμβούργου) είναι ντυμένες και με το κεφάλι καλυμμένο – είτε με τον θρυλικό, φρυγικό σκούφο είτε με δάφνινο στεφάνι. Κάποιοι ειρωνεύτηκαν τον Βαλς ότι μπερδεύει τη Μαριάν, σύμβολο της επανάστασης του 1789, με την όντως γυμνόστηθη Ελευθερία στον πασίγνωστο πίνακα του Ντελακρουά, προς τιμήν της επανάστασης του 1830.

Ολα αυτά τα ευτράπελα, όμως, δεν θα έπρεπε να συσκοτίζουν τη θεμελιώδη, μελαγχολική διαπίστωση: και τα δύο μεγάλα κόμματα εξουσίας στη Γαλλία προσπαθούν να εκμεταλλευθούν τη δικαιολογημένη ανησυχία ενός τραυματισμένου έθνους, μετά τις απανωτές τρομοκρατικές επιθέσεις ισλαμιστών τον τελευταίο χρόνο, με μια πλειοδοσία εθνικισμού, που επιχειρεί να συγκαλύψει την ένδεια απαντήσεων στα καίρια οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα των πολιτών. Κι αν βαυκαλίζονται με την ιδέα ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο θα ορθώσουν ανάχωμα στο Εθνικό Μέτωπο, το πιθανότερο είναι ότι «απλώς» θα νομιμοποιήσουν τις ακροδεξιές ιδέες του σε ευρύτερα ακροατήρια.

Ολέθριος απολογισμός

Η πολυδιάσπαση, ο πληθωρισμός προσωπικών φιλοδοξιών και η ένδεια πολιτικών προτάσεων αποτελούν συμπτώματα ενός «παλιού κόσμου που πεθαίνει», έγραφε την περασμένη Τετάρτη στο κύριο άρθρο της η γαλλική Le Monde, παραφράζοντας έναν αφορισμό του Αντόνιο Γκράμσι. Πραγματικά, και οι δύο μεγάλες παρατάξεις της Γαλλίας εμφανίζονται ως απολιθώματα μιας περασμένης εποχής, χωρίς καινοτόμες ιδέες και πειστικές απαντήσεις στα οξύτατα προβλήματα της γαλλικής κοινωνίας (ανεργία, απώλεια ανταγωνιστικότητας, ρόλος σε μια Ε.Ε. που κλονίζεται από το Brexit κ.ά.).

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα εκφυλισμού μάς το δίνει το Σοσιαλιστικό Κόμμα. Το 2012, η ηγεμονική δύναμη της γαλλικής Αριστεράς σχεδόν μονοπωλούσε την εξουσία, ελέγχοντας την προεδρία, την κυβέρνηση, τη Βουλή, τη Γερουσία (για πρώτη φορά στην ιστορία του) και τα δύο τρίτα των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, ο απολογισμός της εποχής Ολάντ είναι ολέθριος. Μετά τις τοπικές εκλογές του 2014, οι Σοσιαλιστές δεν ελέγχουν παρά μόνο πέντε περιοχές σε σύνολο 18, και 26 διαμερίσματα σε σύνολο 101. Στις μισές από τις επαναληπτικές βουλευτικές εκλογές που έγιναν αυτή την περίοδο, ο Σοσιαλιστής υποψήφιος αποκλείστηκε από τον πρώτο κιόλας γύρο. Από τα 110.000 μέλη που είχε το κόμμα το 2012, έχουν μείνει –στα χαρτιά– μόλις 60.000.

Η κρίση και των δύο μεγάλων κομμάτων προφανώς ενθάρρυνε τον φιλόδοξο Εμανουέλ Μακρόν να δημιουργήσει τη δική του πολιτική κίνηση «Εμπρός!» και να διεκδικήσει την προεδρία ως «κεντρώα» δύναμη ανανέωσης. Πολλοί είναι αυτοί που αμφιβάλλουν, όμως, κατά πόσον ένα πρώην στέλεχος του ομίλου Ρότσιλντ, με ένα ρεϊγκανικό οικονομικό πρόγραμμα, μπορεί να συγκινήσει, πέραν των επιχειρηματικών κύκλων, ευρύτερα λαϊκά στρώματα, σε μια Γαλλία που πρόσφατα έζησε ένα κύμα μεγάλων κοινωνικών συγκρούσεων για τον περίφημο νόμο Ελ Κομρί, για το εργασιακό.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ