ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τα έργα - γέφυρες από το παλαιό ΕΣΠΑ βελτιώνουν την απορροφητικότητα του νέου

ΕΥΓΕΝΙΑ ΤΖΩΡΤΖΗ

Σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου Οικονομίας, το ποσοστό απορρόφησης στα τέλη Αυγούστου δεν υπερέβη το 2,4%, αλλά μέχρι το τέλος του χρόνου το ποσοστό αυτό θα ανέβει στο 7% μετά την ολοκλήρωση των διαδικασιών ένταξης των έργων της προηγούμενης προγραμματικής περιόδου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οι δαπάνες από μεταφερόμενα έργα του προηγούμενου ΕΣΠΑ –έργα phasing με βάση την κοινοτική ορολογία– θα βελτιώσουν έως τα τέλη του χρόνου την απορρόφηση του νέου ΕΣΠΑ (2014-2020), που ενώ διανύει τον δεύτερο χρόνο από την επίσημη έναρξή του, εμφανίζει εξαιρετικά χαμηλά ποσοστά απορρόφησης.

Σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου Οικονομίας το ποσοστό απορρόφησης στα τέλη Αυγούστου δεν υπερέβη το 2,4%, αλλά μέχρι το τέλος του χρόνου το ποσοστό αυτό θα ανέβει στο 7% μετά την ολοκλήρωση των διαδικασιών ένταξης των έργων της προηγούμενης προγραμματικής περιόδου. Να σημειωθεί ότι το 2016 είναι η χρονιά που η κυβέρνηση θα πρέπει να κλείσει τα έργα του προηγούμενου ΕΣΠΑ, ολοκληρώνοντας όλες τις διοικητικές ενέργειες ένταξης ή απένταξης έργων, δηλαδή τη διαδικασία ξεκαθαρίσματος του παλιού ΕΣΠΑ, αρκετά έργα από το οποίο θα μεταφερθούν στο νέο Πρόγραμμα. Οι δαπάνες των έργων που θα μεταφερθούν υπολογίζονται σε 500 εκατ. ευρώ τουλάχιστον και είναι χαρακτηριστικό ότι περί τα 400 εκατ. ευρώ είναι οι δαπάνες έργων από το πρόγραμμα Περιβάλλον, που μεταφέρει μαζικά έργα από πρόγραμμα σε πρόγραμμα, καθώς παραδοσιακά αποτελούσε τον μεγάλο ασθενή του ΕΣΠΑ, με χαμηλές απορροφήσεις και μεγάλες καθυστερήσεις.

Παρά τη βελτίωση των ρυθμών απορρόφησης που θα επιτευχθεί μέσα από τα μεταφερόμενα έργα, έντονη είναι η κριτική που ασκείται για τις καθυστερήσεις, ειδικά στα προγράμματα για την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας και η οποία δεν είναι άνευ ουσίας. Σημείο έντονης κριτικής δεν είναι μόνο η χαμηλή απορροφητικότητα, αφού χρειάστηκε ένας ολόκληρος χρόνος για να τελεσφορήσουν τέσσερις προσκλήσεις.

Στο επίκεντρο της κριτικής είναι ο σχεδιασμός αυτών των προγραμμάτων, που υπακούει αμιγώς στις επιδοτήσεις ειδικά για τις υφιστάμενες επιχειρήσεις, τη στιγμή που τα χρήματα που διατίθενται για την ανάπτυξη νέων επιχειρηματικών ιδεών είναι λιγοστά. Ο σχεδιασμός αυτός αποκλίνει από την κοινοτική φιλοσοφία, που θέλει ειδικά για τις επιχειρήσεις η στήριξη των οποίων δημιουργεί έσοδα, να ενισχύονται μέσω χαμηλότοκου δανεισμού. Ετσι για παράδειγμα η δράση «ενίσχυση τουριστικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων» στην οποία το υπουργείο Οικονομίας έριξε 180 εκατ. ευρώ και αποτελεί την πιο ευνοημένη κατηγορία, καθώς ένας στους δύο θα πάρει επιδότηση 100.000 ευρώ κατά μέσον όρο, θα μπορούσε να σχεδιαστεί με τη λογική του χαμηλότοκου δανεισμού, αφού πρόκειται για δραστηριότητα που δημιουργεί έσοδα στην επιχείρηση. Με τα έσοδα ο ωφελούμενος θα μπορούσε να αποπληρώσει το δάνειο που θα είχε πάρει με ευνοϊκούς όρους και τα χρήματα αυτά να μοχλευθούν σε νέα δάνεια ή να διατεθούν σε άλλες επιχειρηματικές προτάσεις που χρειάζονται πραγματική στήριξη. Αντίστοιχη κριτική διατυπώνεται και για τη δράση «αναβάθμιση μικρομεσαίων επιχειρήσεων» για την οποία διατέθηκαν επίσης μέσω επιδοτήσεων 220 εκατ. ευρώ με μικρότερη ωστόσο αναλογία στην ικανοποίηση των κατατεθειμένων αιτήσεων, δηλαδή ένα προς πέντε.

Μεγάλοι χαμένοι από τα προγράμματα του ΕΣΠΑ που προκηρύχθηκαν, είναι οι πτυχιούχοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που θέλησαν να επιδοτηθούν για να την ανάπτυξη επενδυτικών σχεδίων. Ο προϋπολογισμός αυτής της δράσης ήταν 50 εκατ. ευρώ, με αποτέλεσμα από τις 16.193 προτάσεις επενδυτικών σχεδίων που κατέθεσε ανάλογος αριθμός πτυχιούχων, να ωφεληθούν μόλις 2.065, δηλαδή ένας στους οκτώ! Αντίστοιχη είναι και η εικόνα που προκύπτει και από το πρόγραμμα για την ενίσχυση της «νεοφυούς επιχειρηματικότητας», μέσω του οποίου διατέθηκαν 72 εκατ. ευρώ. Ο αριθμός των αιτήσεων που υποβλήθηκαν ανήλθε στις 5.626 και τα επενδυτικά σχέδια - ιδέες που ζήτησαν στήριξη ήταν προϋπολογισμού 340 εκατ. ευρώ. Αντ’ αυτών ικανοποιήθηκαν μόλις 1.273 αιτήσεις και η αναλογία των ωφελούμενων σε σχέση με αυτούς που αιτήθηκαν επιδότησης διαμορφώθηκε μόλις ένας προς τέσσερα. Πίσω από αυτό θα πρέπει ίσως η κυβέρνηση να αναζητήσει και την απάντηση για το συνεχιζόμενο brain drain στη χώρα μας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ