ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η κυβερνητική αμηχανία και ο «δυϊσμός» του Μαξίμου

ΔΩΡΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η απειλή, στις αρχές Αυγούστου, να εξελιχθούν εκκλησιαστικοί χώροι σε νέο σταθερό μέτωπο εκδήλωσης επιθέσεων από ομάδες ακραίων, που διαφάνηκε έπειτα από την εισβολή στη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης και την επίθεση κατά της Μονής Πετράκη λίγες ημέρες αργότερα, υποχρέωσε την κυβέρνηση να εγκαταλείψει τη σταθερή επιλογή της να μην σχολιάζει τη δράση των ακροαριστερών αντιεξουσιαστικών ομάδων και να προχωρήσει σε καταδίκη των επιθέσεων αυτών. Μπορεί να συνέβαλε στη διαφορετική στάση και η διόλου αμελητέα επιρροή της Εκκλησίας στο εκλογικό σώμα.

Οταν προ ημερών ο διοικητής Τροχαίας Αθηνών υπέστη επίθεση και ξυλοδαρμό στο κέντρο της Αθήνας, η κυβέρνηση επανήλθε στην τακτική της αφωνίας έναντι τέτοιων περιστατικών. Ηταν ο ΣΥΡΙΖΑ που σχολίασε το συμβάν, και αυτό με αρκετή καθυστέρηση, παροτρύνοντας, μάλιστα, να μην γίνονται αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης τέτοια περιστατικά.

Η κυβερνητική ηγεσία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τα ζητήματα που αφορούν τη δημόσια τάξη και την ασφάλεια με αρκετή αμηχανία. «Οι αρμόδιες αρχές θα επιληφθούν του θέματος και θα πράξουν τα δέοντα», ήταν το σχόλιο στελέχους του πρωθυπουργικού γραφείου στο ερώτημα πώς αξιολογείται το συγκεκριμένο περιστατικό. Μάλιστα, στην κυβερνητική ηγεσία αξιολογούν την έκταση που δόθηκε στο συμβάν αυτό αλλά και γενικότερα την προβολή που έχουν ανάλογα περιστατικά ως αποτέλεσμα της επιλογής της Ν.Δ. να τα «σηκώνει» επικοινωνιακά, διότι «θεωρεί το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης ότι ωφελείται από την ατζέντα αυτή, ότι μπορεί εκεί να μας στριμώξει», όπως παρατηρούν.

Στην κυβέρνηση επιμένουν ότι τέτοια περιστατικά πάντοτε συνέβαιναν στην ευρύτερη περιοχή των Εξαρχείων ή στο κέντρο της Αθήνας –ιδιαίτερα έπειτα από διαδηλώσεις– και ότι δεν γίνεται κάτι διαφορετικό τώρα.

Και σπεύδουν να προσθέσουν ότι «ήταν η δική μας κυβέρνηση που μπήκε στα Εξάρχεια και προχώρησε στην εξάρθρωση οργανωμένου κυκλώματος ναρκωτικών». Βεβαίως, η επιχείρηση της αστυνομίας για την εξάρθρωση κυκλώματος ναρκωτικών δεν συνδέεται με τη δράση των ακραίων ομάδων στην ευρύτερη περιοχή. Ισως, μάλιστα, η παραδοχή ότι εάν η αστυνομία το θελήσει, μπορεί να επιχειρήσει στα Εξάρχεια, να δημιουργεί περισσότερα ερωτήματα για τη φαινομενικά ανενόχλητη δράση των ομάδων που συχνά πυκνά καίνε αυτοκίνητα και τρόλεϊ πέριξ του Πολυτεχνείου, σπάνε καταστήματα, έχουν επιτεθεί κατ’ επανάληψιν στην οικία του υπουργού Αλέκου Φλαμπουράρη και στα γραφεία του ΠΑΣΟΚ στη Χαριλάου Τρικούπη, προκαλώντας κρίση στις σχέσεις του κόμματος με την κυβέρνηση.

Κοιτώντας...παντού

Είναι σαφές ότι, όσον αφορά τη δράση αυτών των ομάδων, υπάρχει ένας δυϊσμός στην κυβέρνηση, που πρέπει να διαχειριστεί από τη μια την ευθύνη διατήρησης της ασφάλειας και τάξης ως υποχρέωσής της έναντι των πολιτών και, ταυτόχρονα, την πίεση σημαντικού τμήματος του ΣΥΡΙΖΑ, που κοιτάζει με συμπάθεια τον πολιτικό χώρο στην άκρα Αριστερά και απορρίπτει οποιαδήποτε μορφή παρέμβασης της αστυνομικής εξουσίας. Πριν από μερικούς μήνες η πίεση του κόμματος για λήψη μέτρων έναντι του τρόπου που επιχειρούν τα ΜΑΤ έφερε αντιδράσεις στο εσωτερικό της υπηρεσίας, που μεταφράστηκαν σε μαζικά αιτήματα μεταθέσεων σε άλλες υπηρεσίες και χρειάστηκε πολιτική παρέμβαση σε ανώτατο επίπεδο για να ανακληθούν τα αιτήματα αυτά και να μην επέλθει διάλυση σε μια υπηρεσία που μπορεί να αποτελεί παραδοσιακά «κόκκινο πανί» για πολλούς στον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά είναι αναγκαίος μηχανισμός για την εκάστοτε κυβέρνηση που έχει την ευθύνη ασφάλειας και τάξης.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, δεν είναι τυχαίο ότι και στις δύο κυβερνήσεις του Αλέξη Τσίπρα ως υπουργοί Προστασίας του Πολίτη επελέγησαν πρόσωπα μη προερχόμενα από τον ΣΥΡΙΖΑ. Αρχικά ο Γιάννης Πανούσης και ακολούθως ο Νίκος Τόσκας. Είναι αμφίβολο εάν θα μπορούσε να αντέξει την πίεση των συντρόφων κάποιο στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ. Πίεση που μεταφράζεται συχνά σε δημόσιες εκφράσεις αποδοκιμασίας των διωκτικών αρχών και σε αιτήματα προς τον πρωθυπουργό για αλλαγή της πολιτικής ηγεσίας τους.

Η τελευταία ανάλογη δημόσια παρέμβαση προήλθε, με αφορμή την αστυνομική επιχείρηση για την εκκένωση υπό κατάληψη κτιρίων στη Θεσσαλονίκη, στις αρχές Αυγούστου, από την ισχυρή εσωκομματική ομαδοποίηση της κίνησης «53+» και προκάλεσε έντονες αναταράξεις, με τον κ. Τόσκα να φθάνει στα πρόθυρα παραίτησης. Μάλιστα, οι «53+» κατέστησαν σαφές με την παρέμβασή τους τότε ότι τα γεγονότα της Θεσσαλονίκης ήταν απλώς η αφορμή για να διατυπώσουν μια συνολική τοποθέτηση έναντι του προσανατολισμού της κυβέρνησης, όσον αφορά τη λειτουργία των σωμάτων ασφαλείας. Ουσιαστικά, προειδοποίησαν την κυβέρνηση με δυναμικότερες αντιδράσεις, αναφέροντας ότι η υιοθέτηση από αυτήν του δόγματος «νόμος και τάξη» «θα αποτελούσε θεμελιώδες σφάλμα της κυβέρνησης και θα ήταν, φυσικά, αδύνατο να γίνει ανεκτό από τον κόσμο του ΣΥΡΙΖΑ και όλους όσοι τόσα χρόνια συμπορεύονται μαζί του στο πολιτικό και κοινωνικό πεδίο».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ