ΕΛΛΑΔΑ

Χόρδισμα, μία τέχνη που μεταφέρεται από γενιά σε γενιά

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΙΔΟΥ

«Δεκατριών χρόνων ξεκίνησα να εργάζομαι, από ανάγκη», λέει στην «Κ» ο χορδιστής πιάνων Γ. Καρύδας, ενώ ο κ. Ακ. Γκόλφης σημειώνει: «Εμαθα τη δουλειά από τον παππού μου».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Με ήχο που σε αγγίζει, σε ανατριχιάζει, σε κάνει να δακρύζεις», περιγράφει το πιάνο που αγαπά ο κ. Ακης Γκόλφης, χορδιστής πιάνων. Πώς ξεκίνησε; «Εμαθα τη δουλειά από τον παππού μου, ο οποίος, νεαρός πιανίστας ακόμη, πήγε στη Γερμανία για να ασχοληθεί και με το μαστόρεμα. Λίγα χρόνια αργότερα, επιστρέφει εισάγοντας πιάνα – τα πιο δεύτερα, που του χάριζαν οι Γερμανοί κι εκείνος έφτιαχνε. Επιστρατεύει αμφότερους τους γιους του –τον πατέρα και τον θείο μου– αξιοποιώντας τις μουσικές τους σπουδές και στήνεται οικογενειακή επιχείρηση. Ο αδερφός μου κι εγώ, τα καλοκαίρια από κοντά ως βοηθοί. Φυσική συνέχεια. Το χόρδισμα είναι μια τέχνη, που μεταφέρεται από τον ένα στον άλλο».

Ως μαθητευόμενος μυήθηκε στη μοναχική δουλειά του χορδιστή και ο κ. Γιάννης Καρύδας, «13 χρόνων ξεκίνησα να εργάζομαι, από ανάγκη. Μουσικός ο πατέρας μου, αρρώστησε. Πήγαινα σε νυχτερινό σχολείο, ενώ παράλληλα, σπούδαζα στο Ωδείο Αθηνών. Βρέθηκα στον οίκο Θεολογίτη - πωλήσεις και επισκευές πιάνων. Διδάχθηκα από τους παλιούς χορδιστές, αργότερα με έστειλαν στο εργοστάσιο της Krauss-Sauter, στη Στουτγκάρδη. Σεμινάρια, μαθητεία, πάνω απ’ όλα θέληση. Πιάνο μελετούσα σε ένα κλαβιέ που είχα φτιάξει μόνος μου και τοποθετούσα σε ένα τραπέζι. Πέρασε καιρός για να αγοράσω δικό μου». Σήμερα, ο κ. Καρύδας είναι ο χορδιστής του Μεγάρου, «3, 4 άτομα δοκιμαστήκαμε. Για κάποιους λόγους, επέλεξαν εμένα, χωρίς να θεωρώ ότι είμαι ο καλύτερος. Οι συνάδελφοί μου, εξαιρετικοί», δηλώνει ταπεινά. «Στο Μέγαρο, βρέθηκα ενώ ακόμη ήταν υπό κατασκευήν. Παρέλαβα τα πρώτα πιάνα – τρία Steinway, ένα Bosendorfer. Τον πρώτο καιρό, τα χόρδισα τουλάχιστον 10 φορές, μέχρι να σταθεροποιηθεί η τονικότητά τους, παρόλο που η Steinway ακολουθεί ένα πολύ αυστηρό πρωτόκολλο στην κατασκευή της – φτιάχνουν ένα πιάνο τώρα, το πωλούν σε ένα χρόνο».

Μετρημένοι στα δάχτυλα των χεριών σήμερα οι επαγγελματίες χορδιστές – «μπορεί και τα 20 άτομα σε όλη την Ελλάδα να είναι πολλά», λέει ο κ. Γκόλφης, «7-8 άτομα μπορώ να φέρω στο μυαλό μου», θα πει ο κ. Καρύδας. Αν και λίγοι, οι χορδιστές έχουν αναμφίβολα επηρεαστεί από την κρίση. Σύμφωνα με τον κ. Γκόλφη «το χόρδισμα έγινε πολυτέλεια. Σήμερα, το ύψος του ετήσιου εισοδήματός μου έχει μειωθεί 30%. Θυμάμαι παλιά το τηλέφωνο να χτυπάει συνέχεια για τον πατέρα μου κι εμείς τα παιδιά να σημειώνουμε σε χαρτάκια τα νούμερα των πελατών. Τα τελευταία χρόνια, πρέπει εσύ να τηλεφωνείς για υπενθύμιση και λένε “Ακη, του χρόνου”». Κι όμως, απαραίτητο το χόρδισμα του πιάνου, ανεξαρτήτως χρήσης, συνεχίζει ο ίδιος: «Για να διατηρούμε το πιάνο σε καλή κατάσταση, πρέπει να γίνεται ετήσιο χόρδισμα. Οι πολύ τεντωμένες χορδές αντιλαμβάνονται τις αλλαγές του καιρού, παύουν να βρίσκονται στην απόλυτη τονικότητά τους. Το όργανο πρέπει να βρίσκεται σε ήπιες θερμοκρασιακές αλλαγές. Εχθροί του, η υγρασία και η παγωνιά. Αποφεύγουμε τους εξωτερικούς τοίχους, την άμεση έκθεση στον ήλιο, το αναμμένο καλοριφέρ κοντά. Το πιάνο θέλει θαλπωρή και συνθήκες ανάλογες με εκείνες που ζουν οι άνθρωποι. Με το ξύλο να κυριαρχεί ως υλικό, δεν παραλείπουμε αρχές καλοκαιριού, να τοποθετούμε στο εσωτερικό του λεβάντα ή βαπόνα για τον σκόρο».

Πόσο έχει βοηθήσει τη δουλειά τού χορδιστή η σύγχρονη τεχνολογία; «Εδώ και 15 περίπου χρόνια, υπάρχουν προγράμματα Η/Υ ή εφαρμογές στο iPhone, που είναι προς όφελος της δουλειάς. Εχω δοκιμάσει ορισμένα. Βοηθούν, μόνο αν ξέρεις να δουλέψεις με τον παλιό τρόπο. Κάθε πιάνο θέλει το δικό του χόρδισμα, είναι μοναδικό», επισημαίνει ο κ. Καρύδας. Οπως δε προσθέτει ο κ. Γκόλφης, «το τέλειο ηχητικό αποτέλεσμα που μπορεί να εξασφαλίσει η συσκευή, μπορεί να είναι κάτι κρύο, απόμακρο. Τότε, επεμβαίνει ο άνθρωπος για να κάνει κάποια κλεψίματα, μετατρέποντας το άκουσμα σε πιο γλυκό και ζεστό. Η τεχνολογία δεν αρκεί». Ποιος είναι ο καλός χορδιστής; Κατά τον κ. Καρύδα, «ο απόλυτα συγκεντρωμένος, γιατί η δουλειά δεν σου συγχωρεί. Ο ανοιχτός στη συνεργασία με τον καλλιτέχνη. Εκείνος που χορδίζοντας ένα πιάνο δεν θα σκεφτεί αν αυτός που θα παίξει είναι ερασιτέχνης ή επαγγελματίας. Αν θέλεις να το κάνεις σωστά, πρέπει να αποδώσεις το 100%».

Στιγμιότυπα στο Μέγαρο

Στιγμιότυπα από τη συναναστροφή τού χορδιστή πιάνων του Μεγάρου, κ. Γιάννη Καρύδα, με καλλιτέχνες μεγάλου διαμετρήματος: «Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα διαφοράς αντίληψης του ηχοχρώματος. Οταν ήρθε ο Alfred Brendel, ήθελε να κάνει το ηχόχρωμα του πιάνου πάρα πολύ μαλακό – το παίξιμό του είναι πολύ βαθύ και δυνατό. Το ρυθμίσαμε κι ο ήχος γλύκανε υπερβολικά. Μία εβδομάδα αργότερα, φτάνει ο Bruno Gelber. Του έβγαλα το ίδιο πιάνο. Μόλις κάθεται και παίζει, σταματά. “Ηταν ο Brendel εδώ;” ρωτά. Κατάλαβε αμέσως τη διαφορά. Του άλλαξα πιάνο, το χόρδισα και τότε αναφώνησε “Ωραία, αυτό μ’ αρέσει!”».

Πόσο έντονος είναι ο... βεντετισμός στους μεγάλους καλλιτέχνες; «Δεν πρόκειται για βεντετισμό, όσο για ανασφάλεια. Λατρεύω τη Martha Argerich, τη θεωρώ κορυφαία πιανίστρια του αιώνα. Γλυκύτατη, φιλική και απλή. Bρέθηκε στο Μέγαρο με νέους σολίστες στο πλευρό της. Τους έβγαλα 7 πιάνα να διαλέξουν. “Ποιο μου προτείνεις;” με ρωτά. Της δείχνω, παίζει, σηκώνει τα μάτια και μου λέει “είναι καταπληκτικό!”. Την επομένη το πρωί, ήρθε πάλι. Εγώ, ετοίμαζα τα άλλα πιάνα. “Ηταν το ίδιο με χθες;” με ρωτά μετά. “Φυσικά”. Με πλησιάζουν συνεργάτες: “Μην την αφήσεις να διαλέξει πιάνο, γιατί δεν θα κάνουμε πρόβα. Στη Ζυρίχη, την αφήσαμε και όλη μέρα διάλεγε”. Της ετοιμάσαμε ένα άλλο πιάνο, έκανε πρόβα. Το βράδυ, έπαιξε τελικά στο αρχικό. Πόση ανασφάλεια νιώθει η μεγαλύτερη πιανίστρια στον κόσμο...».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ