Πάσχος Μανδραβέλης ΠΑΣΧΟΣ ΜΑΝΔΡΑΒΕΛΗΣ

Ο βαθύς λαϊκισμός

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο ​​λαϊκισμός είναι πολύ μεγάλο πράγμα. Τόσο μεγάλο, που δύσκολα μπορεί να οριστεί. Ο αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας Τάκης Παππάς δίνει στο βιβλίο «Λαϊκισμός και κρίση στην Ελλάδα» (εκδ. Ικαρος) έναν βραχύ, αλλά περιεκτικό ορισμό: «δημοκρατικός αντιφιλελευθερισμός». Τα λαϊκιστικά κόμματα σέβονται μεν τον δημοκρατικό κανόνα της πλειοψηφίας, αλλά αδιαφορούν για τις άλλες εγγυήσεις δικαίου μιας δημοκρατικής Πολιτείας, είτε αυτά αφορούν τα ατομικά πολιτικά δικαιώματα (κυρίως ο Δεξιός λαϊκισμός), είτε τα ατομικά οικονομικά δικαιώματα (κυρίως ο Αριστερός λαϊκισμός). «Ο θεωρητικός της κοινωνικής επιλογής William Riker», γράφει ο κ. Παππάς, «έχει επισημάνει την ξεκάθαρη κατηγορική διάκριση ανάμεσα στις δύο όψεις της δημοκρατίας: αυτή που αποκαλεί φιλελεύθερη ή Μαντισονική και εκείνη που ονομάζει λαϊκιστική ή Ρουσσωική. Ο φιλελευθερισμός και ο λαϊκισμός “εξαντλούν όλες τις πιθανότητες της δημοκρατικής θεωρίας”».

Με αυτή την κατηγοριοποίηση ο συγγραφέας προχωρά στον διαχωρισμό της μεταπολιτευτικής ιστορίας σε δύο διακριτές περιόδους. Την περίοδο της «φιλελεύθερης Νέας Δημοκρατίας» (1974-1981) και την άνοδο των λαϊκιστικών δυνάμεων από το 1981 και μετά. Στην πρώτη περίοδο «το σχέδιο Καραμανλή για έναν “λελογισμένο” πολιτικό φιλελευθερισμό συμπεριλάμβανε μια αποτελεσματική εκτελεστική εξουσία, συνετή ηγεσία και ένα απλό διακομματικό μοντέλο αποτελούμενο από μετριοπαθείς και σταθερούς πολιτικούς σχηματισμούς».

Η φιλελευθεροποίηση του πολιτικού συστήματος –ειδικά του ελληνικού, που έβγαινε ύστερα από μια δικτατορία– ήταν ένα από τα μεγάλα επιτεύγματα του Κωνσταντίνου Καραμανλή, και κρατάει ακόμη. Η κατασυκοφαντημένη «μεταπολίτευση» έχει τα δικά της θεμέλια, και παρά τα όσα προβλήματα και παθογένειες εμφανίστηκαν μετά, είναι η μακροβιότερη περίοδος Δημοκρατίας στην ιστορία αυτής της χώρας.

Το πρόγραμμα Καραμανλή

Αντιθέτως το οικονομικό πρόγραμμα του Κωνσταντίνου Καραμανλή δεν ήταν φιλελεύθερο. «Εν μέρει εξαιτίας των δομικών περιορισμών της οικονομίας και εν μέρει εξαιτίας των δικών του προσωπικών και πολιτικών προτιμήσεων, ο Καραμανλής επέλεξε το μοντέλο του κρατικού καπιταλισμού που έμοιαζε με το γαλλικό dirigisme. Σύμφωνα με αυτό, η εθνική οικονομική μεγέθυνση προωθείται κυρίως μέσω ενός παρεμβατικού κράτους που καθίσταται υπεύθυνο για τον σχεδιασμό, τον έλεγχο και την εκτέλεση της οικονομικής πολιτικής. Πιο συγκεκριμένα το κράτος στοχεύει στην ενίσχυση της παραγωγικότητας, την επέκταση του εξωτερικού εμπορίου και την αύξηση της ανταγωνιστικότητας, με την κατάλληλη χρήση νομισματικών πολιτικών για τη δημιουργία ευνοϊκού επιχειρηματικού κλίματος... Ως συντηρητικός πολιτικός, ο Καραμανλής πίστευε εκ φύσεως στην οικονομική ελευθερία, αλλά έβλεπε παράλληλα τις αγορές “κυρίως ως ένα εργαλείο που εξυπηρετεί τα εθνικά συμφέροντα... παρά ως μηχανισμό δημιουργίας ευκαιριών για το άτομο”... Ο πυρήνας της διακυβέρνησής του λοιπόν αποτελούνταν από τον σχεδιασμό ενός κεντρικού οικονομικού πλάνου που θα επέτρεπε στο κράτος να προάγει την ανάπτυξη κατά τα συμφέροντα του έθνους. Πέρα από την εθνικοποίηση μεγάλων τομέων της οικονομίας, το κράτος έκανε χρήση τεράστιων επιδοτήσεων και άμεσων δημόσιων επενδύσεων...».

Αυτή ήταν σε γενικές γραμμές και η οικονομική πολιτική του ΠΑΣΟΚ μετά το 1981, το οποίο εκλήθη να αντιμετωπίσει και τη μεγάλη κρίση αποβιομηχάνισης της χώρας (προβληματικές βιομηχανίες). Βέβαια με πολλά και μεγαλύτερα ελλείμματα και πιο φωνακλάδικο τρόπο. Αυτό για τον κ. Παππά (ο οποίος είναι και συγγραφέας ενός βιβλίου για το ΠΑΣΟΚ με τίτλο «Το χαρισματικό κόμμα», εκδ. Πατάκη) αποκαλείται «Παπανδρεϊκός ριζοσπαστισμός» και απαιτούσε την «πλήρη απονομιμοποίηση του πολιτικού προγράμματος Καραμανλή» και την «επαναθέσμιση της εξουσίας [η οποία] περιελάμβανε την επιβολή ενός νέου συστήματος θεσμικών κανόνων οι οποίοι θα παρήγαν νέα νομιμοποίηση που, ακολούθως, θα αποτελούσε τη βάση για την επανασυγκρότηση της πολιτικής κοινότητας. Αυτό υπήρξε κατεξοχήν το πεδίο της συμβολικής πολιτικής, όπου πολιτικοί ηγέτες εμφανίζονται ως φορείς “καινοφανών κοσμοαντιλήψεων” που κατέχουν τη “δύναμη της συγκρότησης” νέων κοινωνικών ομάδων. Για να το επιτύχουν αυτό, όπως έχει εξηγήσει ο Erving Goffman, οι ηγέτες απεργάζονται πρωτότυπες εννοιολογικές και ιδεολογικές συναρθρώσεις, ή συμβολικά πλαίσια, τα οποία κατόπιν λειτουργούν ως απλοποιημένα ερμηνευτικά σχήματα που επιτρέπουν στα άτομα “να εντοπίζουν, να αντιλαμβάνονται, να αναγνωρίζουν” την πραγματικότητα και τα συμβάντα στον κοντινό κι ευρύτερο περίγυρό τους... Οντας η πεμπτουσία του χαρισματικού λαϊκιστή ηγέτη, ο Παπανδρέου κατασκεύασε έτσι την έννοια του ελληνικού λαού».

Ετσι ξεκίνησε, κατά τον κ. Τάκη Παππά, η άνοδος του λαϊκισμού στη χώρα, τον οποίο ασπάστηκαν όλα τα κόμματα συμπεριλαμβανομένης και της «φιλελεύθερης Νέας Δημοκρατίας». Ο Ανδρέας Παπανδρέου, σημειώνει ο συγγραφέας, «ως αφηγητής ήταν ένας κατεξοχήν “παραμυθάς” και αυτή κυρίως η ιδιότητά του έσπρωξε την ελληνική μεταδικτατορική πολιτική σκηνή προς μια λαϊκιστική κατεύθυνση. Πραγματικός βιρτουόζος του μεταφορικού σχήματος της παρομοίωσης και άλλων παρόμοιων τεχνικών του λόγου, ο Ανδρέας Παπανδρέου (σύμφωνα με τον Νίκο Παπανδρέου) έχτισε με δημιουργικότητα τον πολιτικό λόγο του πάνω σε ένα μεγάλο ιστορικό “αφήγημα”, που κατανοητό σε πολλούς, περιείχε ένα “μύθευμα” ή έναν “ιστορικό μύθο” ο οποίος ασκούσε μεγάλη γοητεία. Προχώρησε σε νέες κατευθύνσεις κι έβγαλε διαφορετικά συμπεράσματα από τα συνηθισμένα. Στις ομιλίες του δίνει στον ακροατή την αίσθηση ότι υπάρχει σωστό και λάθος και ο ίδιος τάσσεται με την πλευρά του σωστού από ηθική και ιστορική σκοπιά».

Είναι ίσως ειρωνικό, αλλά αυτό είναι και το μεγάλο μειονέκτημα του βιβλίου «Λαϊκισμός και κρίση στην Ελλάδα», αυτή η κάθετη τομή μεταξύ του «φιλελεύθερου φωτός», πριν από το 1981 και του «λαϊκιστικού σκότους» μετά το 1981 που παρέσυρε και τους αφελείς φιλελεύθερους της Ν.Δ. στο μεγάλο πάρτι της περιόδου 2007-2009, που χρεοκόπησε τη χώρα. Αν και θα συμφωνήσει κανείς στη λαϊκιστική παρόξυνση του ΠΑΣΟΚ την πρώτη τετραετία, η κάθετη τομή του συγγραφέα δεν εξηγεί το διάλειμμα της περιόδου 1985-1987 (με μέτρα χειρότερα από το σημερινό μνημόνιο) ή τη στροφή του ΠΑΣΟΚ την περίοδο 1993-2001, με το πρόγραμμα σταθεροποίησης της οικονομίας για εισαγωγή του ευρώ. Οι παθογένειες που έφερε στην επιφάνεια το ΠΑΣΟΚ προϋπήρχαν ολόκληρη τη μετεμφυλιακή περίοδο· το κράτος ήταν μεγάλο και το ΠΑΣΟΚ το έκανε ακόμη μεγαλύτερο· ήταν κομματικό (υπήρχαν πιστοποιητικά πολιτικών και κοινωνικών φρονημάτων) και το ΠΑΣΟΚ το έκανε διακομματικό· ήταν συγκεντρωτικό, αλλά το ΠΑΣΟΚ από το 1984 και μετά άρχισε να το αποκεντρώνει.

Θυμόμαστε τον λαϊκισμό του Ανδρέα Παπανδρέου, ίσως επειδή ήταν χαρισματικός, κι επιτυχημένος. Ξεχνάμε, όμως, τις λαϊκιστικές κορώνες που έβγαζε στη Βουλή ο πρώτος του αντιπολιτευόμενος αντίπαλος Ευάγγελος Αβέρωφ περί του «τέλους της οικογένειας», επειδή αποποινικοποιείτο η μοιχεία. Συνεπώς αν «λαϊκισμός είναι Δημοκρατία μείον φιλελευθερισμός», τότε έχει βαθιά ιστορία στην Ελλάδα. Απλώς μπόρεσε να εκδηλωθεί ανεμπόδιστα –όπως και τόσα άλλα πράγματα– με την έλευση της γνήσιας Δημοκρατίας μετά το 1974. Εξάλλου, αν το καλοσκεφτούμε, πριν δεν χρειαζόταν σε κανέναν...

Τάκης Παππάς, «Λαϊκισμός και κρίση στην Ελλάδα», εκδ. Ικαρος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ