ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Συντεχνίες και λόμπι απομυζούν την ανάπτυξη

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΖΟΠΟΥΝΙΔΗΣ*, ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ**, ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΟΥΡΑΚΗΣ***

Τώρα πλέον η χώρα δεν μπορεί να δανειστεί, μπορεί μόνο να λάβει δάνεια από τα άλλα κράτη της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αλλά αυτά απαιτούν τη μείωση των υπερβολικών δαπανών του κράτους ως ποσοστό επί του ΑΕΠ, που σημαίνει μείωση των προνομίων των ομάδων συμφερόντων που τρέφονταν από το δημόσιο χρήμα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Υπάρχουν επιβραδυντές της ανάπτυξης που σε κάποιες χώρες, κάποιες χρονικές περιόδους, εμποδίζουν την οικονομική ανάπτυξη, ενώ η διάλυση αυτών των επιβραδυντών ή η ανυπαρξία επιβραδυντών σε άλλες χώρες τις ωθούν γοργά στην οικονομική ανάπτυξη.

Οι επιβραδυντές είναι πανίσχυρες ομάδες ιδιωτικών ειδικών συμφερόντων κυρίως με μικρό αριθμό μελών όπως: οι κοινοπραξίες ομοειδών επιχειρήσεων (καρτέλ), τα λόμπι, οι συντεχνίες, οι επαγγελματικές ενώσεις, οι αγροτικές οργανώσεις, συνδικαλιστικά σωματεία κρατικών επιχειρήσεων, τα εργατικά σωματεία, κλπ., τα οποία αγωνίζονται για να πετύχουν ευνοϊκές αλλαγές, νομοθεσία που προστατεύει τα συμφέροντα και τα προνόμιά τους, και να επιβάλουν υψηλότερη τιμή ή μισθό για τα μέλη τους σε βάρος του ανυποψίαστου κοινωνικού συνόλου.

Οι ομάδες αυτές αν και αποτελούνται από μικρό αριθμό μελών, μπορούν να οργανωθούν και να αποκτήσουν τεράστια ισχύ, καθόσον το όφελος που μοιράζεται σε κάθε μέλος της ομάδας από κάποια διεκδίκηση μπορεί να είναι πολύ σημαντικό. Αντίθετα έχουμε το παράδοξο ότι ομάδες με μεγάλο αριθμό μελών όπως οι φτωχοί, οι άνεργοι, οι φορολογούμενοι, οι καταναλωτές κλπ., δεν έχουν επιλεκτικά κίνητρα για να τους δοθεί η δυνατότητα να οργανωθούν ώστε να αντιμετωπίσουν την εκμετάλλευσή τους από τις ισχυρές μικρές ομάδες συμφερόντων. Ο λόγος είναι ότι στις μεγάλες ομάδες, οποιοδήποτε όφελος προκύπτει από οργανωμένη διεκδίκηση θα μοιραστεί σε πάρα πολλά μέλη οπότε το όφελος κάθε μέλους είναι σχεδόν απειροελάχιστο. Ετσι, ελλείψει επιλεκτικών κινήτρων, το κίνητρο για ομαδική δράση φθίνει όσο μεγαλώνει το μέγεθος της ομάδας, επομένως, μεγάλες ομάδες είναι λιγότερο ικανές να ενεργούν για το κοινό τους συμφέρον απ’ ό,τι οι μικρές.

Η λογική της συλλογικής διεκδίκησης των ομάδων συμφερόντων δεν είναι άμεσα προφανής σε αυτούς που δεν την έχουν μελετήσει. Ο λόγος είναι ότι ο μέσος άνθρωπος δεν έχει κίνητρο να αναλώσει πολύ χρόνο στη μελέτη πολλών από τις επιλογές που αφορούν συλλογικές διεκδικήσεις.

Οι κυβερνήσεις επηρεάζονται συστηματικά από τις εκκλήσεις και τις πιέσεις των μικρών ομάδων που είναι ισχυρές, οργανώνονται αρκετά γρήγορα και παρεμποδίζουν το έργο της συνετής διακυβέρνησης, επιβραδύνουν την υιοθέτηση νέων τεχνολογιών, εμποδίζουν την προσαρμογή της οικονομίας στις σύγχρονες εξελίξεις, επικεντρώνονται στη διανομή της «πίτας» και όχι στην αύξηση της «πίτας», αποκτούν πρόσβαση στο μοίρασμα των χρημάτων «των άλλων» (δηλ. των φόρων των φορολογουμένων και των κρατικών δανείων), με αποτέλεσμα να οδηγούν στην ακαμψία της κοινωνίας, στην απουσία μεταρρυθμίσεων και στην έλλειψη ανταγωνιστικότητας, που έχουν ως αποτέλεσμα τη σταδιακή παρακμή της οικονομίας και της κοινωνίας, την αύξηση της ανεργίας και την κοινωνική και οικονομική ανισότητα. Κάθε δε προσπάθεια για αλλαγή, μεταρρυθμίσεις και προσαρμογή της κοινωνίας αποτυγχάνει εξαιτίας της ισχυρής αντίστασης των ομάδων συμφερόντων έως ότου επέλθει το μοιραίο για την οικονομία και την κοινωνία.

Η επίγνωση του στρεβλού ρόλου των ομάδων συμφερόντων από ολοένα και περισσότερα άτομα, αλλά κυρίως από τους αποφασίζοντες δημόσιες πολιτικές, θα περιορίσει σημαντικά τις απώλειες της κοινωνίας από τη δράση τους. Η αποκάλυψη του παρασκηνιακού ρόλου των ομάδων συμφερόντων και η άρση των προνομίων τους θα μεταμορφώσει την Ελλάδα σε μια υγιή κοινωνία και οικονομία χωρίς αποκλεισμούς των νέων, με σημαντικό περιορισμό των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων.

Μεταξύ των ετών 2000-2009 οι πρωτογενείς δαπάνες του Δημοσίου αυξήθηκαν κατά 135% χωρίς να αυξηθούν σημαντικά οι εξαγωγές, ο τουρισμός, η βιομηχανική παραγωγή κλπ. Δηλαδή οι δαπάνες του κράτους υπερδιπλασιάστηκαν. Στην πραγματικότητα οι πολίτες πρέπει να πληρώνουν φόρους για να συντηρούνται τα έξοδα δύο κρατών!! (του κράτους πριν από το 2000 και άλλο ένα κράτος μετά το 2000). Οι πολίτες πρέπει να πληροφορηθούν ότι τα υπερβολικά κρατικά έξοδα και τις σπατάλες τα δημιούργησαν οι πιέσεις των μικρών αλλά ισχυρών ομάδων συμφερόντων, οι οποίες τα διένεμαν προνομιακά στα μέλη τους εις βάρος των ανυποψίαστων πολιτών. Τα υπερβολικά κρατικά έξοδα δημιούργησαν τα υπερβολικά κρατικά ελλείμματα. Στο παρελθόν τα κρατικά ελλείμματα καλύπτονταν κυρίως με κρατικό δανεισμό. Ο υπερβολικός δανεισμός για την κάλυψη των ελλειμμάτων οδήγησε τη χώρα στο χείλος της χρεοκοπίας. Τώρα πλέον η χώρα δεν μπορεί να δανειστεί, μπορεί μόνο να λάβει δάνεια από τα άλλα κράτη της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αλλά αυτά απαιτούν τη μείωση των υπερβολικών δαπανών του κράτους ως ποσοστό επί του ΑΕΠ, που σημαίνει μείωση των προνομίων των ομάδων συμφερόντων που τρέφονταν από το δημόσιο χρήμα. Γι’ αυτό τον λόγο οι ομάδες αυτές θέλουν δάνεια, για να συνεχίσουν να απολαμβάνουν τα προνόμιά τους, αλλά χωρίς μεταρρυθμίσεις που θα τους στερήσουν τα άδικα προνόμιά τους.

Οι ανυποψίαστοι πολίτες πρέπει να κατανοήσουν ότι για να ελαφρυνθούν από την υπερφορολόγηση πρέπει να μειωθούν οι υπερβολικές δαπάνες του κράτους, ώστε να μειωθούν αντίστοιχα οι φόροι των πολιτών και να σταματήσει και ο υπερδανεισμός της χώρας. Ομως οι προνομιούχες ομάδες συμφερόντων, οι οποίες αναζητούν προστασία από την εκάστοτε κυβέρνηση, μετά από επτά χρόνια οικονομικής κρίσης δεν επιτρέπουν να μειωθούν οι διπλάσιες και πλέον, δαπάνες του κράτους.

* Ο κ. Κωνσταντίνος Ζοπουνίδης είναι καθηγητής στο Πολυτεχνείο Κρήτης, μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας Οικονομικών και Χρηματοοικονομικών Επιστημών της Ισπανίας, Distinguished Research Professor, Audencia Business School.
** Ο κ. Γιώργος Ατσαλάκης είναι οικονομολόγος, επίκουρος καθηγητής Πολυτεχνείου Κρήτης.
*** Ο δρ Γιώργος Μπαουράκης είναι διευθυντής του Μεσογειακού Αγρονομικού Ινστιτούτου Χανίων.

Το άρθρο είναι περίληψη της δημοσιευμένης εργασίας στο Διεθνές Περιοδικό International Journal of Soustainable Economics Management (vol.5, issue 1, p. 1-17.).

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ