ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Σε στάση αναμονής η ΕΚΤ

HOLGER SCHMIEDING

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΑΛΥΣΗ

Ο ρυθμός ανάκαμψης στην Ευρωζώνη παραμένει μη ικανοποιητικός, σύμφωνα με το μέλος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Ιβ Μερς. Μήπως αυτό σημαίνει ότι η ΕΚΤ θα πρέπει και πάλι να δράσει στη συνεδρίασή της μεθαύριο Πέμπτη; Οχι απαραίτητα. Οπως ο ίδιος ο κ. Μερς επισήμανε στην ομιλία του, η οποία είχε ως επί το πλείστον ακαδημαϊκό χαρακτήρα, το Σάββατο σε συνέδριο στο Τσερνόμπιο στην Ιταλία, οι κυβερνήσεις θα χρειαστεί να προωθήσουν εσωτερικές μεταρρυθμίσεις, να ολοκληρώσουν την τραπεζική ένωση και να διασκεδάσουν τις ανησυχίες για το μέλλον της Ε.Ε., ώστε να ενισχυθεί ο ρυθμός της οικονομικής ανάπτυξης. Τα στοιχεία υποδηλώνουν πως δεν υπάρχει άμεση ανάγκη για περαιτέρω νομισματική χαλάρωση από την ΕΚΤ σε αυτό το στάδιο. Συγκεκριμένα, η οικονομία της Ευρωζώνης τα προηγούμενα έξι τρίμηνα έχει αναπτυχθεί με ετήσιο ρυθμό της τάξεως του σχεδόν 1,6%. Αν και δεν είναι ικανοποιητικός σε σύγκριση με την ανάκαμψη σε προηγούμενες περιόδους, η ΕΚΤ δεν μπορεί να κάνει πολλά. Ελλείψει σοβαρών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων με στόχευση την ανάπτυξη, το 1,6% φαίνεται πως θα είναι η βασική τάση για ένα διάστημα.

Μείζονος σημασίας δείκτες, όπως το οικονομικό κλίμα και ο Δείκτης Διευθυντών Προμηθειών, έδειξαν μια κάποια οπισθοδρόμηση τον Αύγουστο ως αντίδραση στην αβεβαιότητα λόγω Brexit και ορισμένων εγχώριων πολιτικών κινδύνων. Ωστόσο, παραμένουν σε ελαφρώς υψηλότερα επίπεδα από τον μεσοπρόθεσμο μέσο όρο. Ούτως ή άλλως, οι οικονομικές προοπτικές για την Ευρωζώνη δεν έχουν σημαντικά επιδεινωθεί από την τελευταία συνέντευξη Τύπου της ΕΚΤ στις 21 Ιουλίου. Πάντως, λόγω του βρετανικού δημοψηφίσματος, η Τράπεζα πιθανώς να πρέπει να αναθεωρήσει τις προβλέψεις της για ανάπτυξη το δεύτερο εξάμηνο τρέχοντος από το 0,4% στο 0,3% σε τριμηνιαία βάση ή και λίγο χαμηλότερα. Αυτό, κατά συνέπεια, θα διαμορφώσει τις ετήσιες προβλέψεις της από το 1,6% στο 1,5% για το 2016 και από το 1,7% στο 1,4% ή το 1,5% για το 2017, σχεδόν σε εναρμόνιση με τις δικές μας εκτιμήσεις. Παρά την κάμψη της στερλίνας μετά το Brexit, η πραγματική ισοτιμία του ευρώ είναι σχεδόν αμετάβλητη από τον μέσο όρο του 2016. Αναφορικά με τον πληθωρισμό, οι προβλέψεις της ΕΚΤ για 0,2% φέτος και 1,3% του χρόνου συμβαδίζουν με αυτές της Berenberg Bank στο 0,2% και 1,4% αντίστοιχα. Στην περίπτωση του πετρελαίου, οι τιμές του Brent υπερβαίνουν ελαφρά εκείνες τις οποίες χρησιμοποίησε η ΕΚΤ στις εκτιμήσεις του Ιουνίου – εντούτοις, οι τιμές των εμπορευμάτων δεν θα έπρεπε να παρακινήσουν την Τράπεζα να προσαρμόσει τις εκτιμήσεις για την προοπτική του πληθωρισμού.

Το πιστωτικό ίδρυμα δεσμεύεται να διατηρήσει το μηνιαίο πρόγραμμα αγοράς τίτλων αξίας 80 δισ. ευρώ έως και τον Μάρτιο του 2017 ή πέραν αυτού, εάν παραστεί ανάγκη. Πάντως, στη συνεδρίασή του τον Δεκέμβριο θα έχει μια πιο ευκρινή εικόνα για τον βραχυπρόθεσμο αντίκτυπο του Brexit και τους βασικούς πολιτικούς κινδύνους (όπως οι αμερικανικές εκλογές του Νοεμβρίου και το ιταλικό δημοψήφισμα τον ίδιο μήνα). Εάν, όμως, ανεξαρτήτως αυτών, η ΕΚΤ αποφασίσει να δράσει, τότε μπορεί ως ευκολότερη εκδοχή να παρατείνει τη διάρκεια του προγράμματος αγοράς χρεογράφων. Η αύξηση του όγκου της μηνιαίας αγοράς είναι δυσκολότερη. Μια άλλη εναλλακτική θα ήταν να έχει περισσότερη ευελιξία στην ανά χώρα κατανομή των κρατικών ομολόγων, που αγοράζει σε διαφορετικές περιόδους – λόγου χάριν να αγοράζει λιγότερα γερμανικά ομόλογα τώρα, αλλά πιο πολλά αργότερα. Η ΕΚΤ ίσως επεκτείνει το πρόγραμμα πέραν του Μαρτίου του 2017 είτε συνεχίζοντας με τις αγορές των 80 δισ. ευρώ τον μήνα είτε μειώνοντας το ποσόν. Πάντως, δεν βλέπω την ανάγκη να λάβει πρόσθετα μέτρα στήριξης στη συνεδρίαση της Πέμπτης. Δεν μπορεί να αποκλείσει κανείς, βέβαια, ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα θελήσει να δράσει τώρα, αντί να περιμένει έως τον Δεκέμβριο.

* Ο κ. Holger Schmieding είναι επικεφαλής οικονομολόγος της Berenberg Bank.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ