Ηλίας Μαγκλίνης ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

Ελευθερία ή ισότητα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ελευθερία ή ισότητα. Παραδοσιακά, σε αυτό το δίπολο παιζόταν η σύγκρουση –η θεμιτή μα και η αθέμιτη– ανάμεσα στη φιλελεύθερη σκέψη και την αριστερή. Οι φιλελεύθεροι προτάσσουν την αξία της ελευθερίας ως κατ’ εξοχήν αντικειμενικό σκοπό μιας δημοκρατίας. Ελευθερία λόγου, ελευθερία έκφρασης, ελευθερία στο επιχειρείν και στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Η ελευθερία, σε αυτό το πλαίσιο, δεν μπορεί να εγγυηθεί την ισότητα σε μια κοινωνία, μπορεί όμως, ειδικά σε προηγμένα κράτη, με ισχυρό θεσμικό πλαίσιο, δημοκρατικά ανακλαστικά και ευέλικτους μηχανισμούς στην οικονομία, να εγγυηθεί τις ίσες ευκαιρίες.

Τη βαρύνουσα σημασία της ισότητας έναντι της ελευθερίας προτάσσει παραδοσιακά η αριστερά: όχι σε μια κοινωνία πολλών ταχυτήτων, με αδικίες και εκμετάλλευση. Η ελευθερία θα προκύψει από την ισότητα των πολιτών. Δεν θα ξεχωρίζει κανένας, διότι θα ξεχωρίζουν όλοι. Και αυτή τη συνθήκη μπορεί να την εγγυηθεί μόνον το κράτος. Για την ακρίβεια, το κράτος δεν διασφαλίζει κάτι· το ορίζει. Γι’ αυτό και η ελευθερία του λόγου και της έκφρασης στα κράτη π.χ. του «υπαρκτού» ήταν κάτι περίπου επιλήψιμο αν όχι ευθέως απαγορευμένο – εκτός και αν συνέπιπτε αυτή η έκφραση με την «επίσημη γραμμή».

Τα παραπάνω είναι, φυσικά, η θεωρία, ειπωμένη όχι δίχως έναν απλοϊκό τόνο και σίγουρα μέσα σε ένα πνεύμα γενίκευσης. Στην πράξη, ποτέ δεν έγιναν ακριβώς έτσι τα πράγματα – σίγουρα όχι στον παλαιό «υπαρκτό», ενώ στις «ελεύθερες οικονομίες», η επιχειρηματική κίνηση στιγματίστηκε συχνά από μια ασυδοσία που ακύρωνε το αρχικό, θεμελιώδες αξίωμα των ίσων ευκαιριών στο ιδιωτικό επιχειρείν, στην ελευθερία κινήσεων εν τέλει. Στον «υπαρκτό», παρά τις ανισότητες που προέκυπταν με όσους ήταν υψηλόβαθμα στελέχη στο Κόμμα, όλοι είχαν μια «δουλίτσα», ένα «σπιτάκι» κτλ. Στα μετά το 1989 χρόνια του έξαλλου καπιταλισμού στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που νοστάλγησαν εκείνη την «ασφάλεια της γωνίας» παρά την ανελευθερία που τη συνόδευε. Στον άγριο καπιταλισμό ήρθε να προστεθεί και μια θεσμική ένδεια (λογικό από τη στιγμή που κατέρρευσε το κράτος-μπετόν) φέρνοντας ανομία και βία. Και μπορεί τώρα η βία να μην ασκούνταν από ένα αυταρχικό, δικτατορικό επί της ουσίας, καθεστώς, η άλλοτε όμως κοινωνία των ίσων, τώρα λειτουργούσε, εν πολλοίς, με τη λογική της ζούγκλας. Στις δυτικές κοινωνίες, πάλι, η έννοια της ελευθερίας πλησίαζε στο ιδεώδες του θεωρητικού πλαισίου στις περιπτώσεις που μια κυβέρνηση λειτουργούσε με βάση το πνεύμα μιας εξισορρόπησης: ελευθερία αλλά όχι ασυδοσία. Την ασυδοσία αυτή απέτρεπε με τους θεσμούς του, διακριτικά, το κράτος. Ο ρόλος του «κέντρου» εδώ (κεντροδεξιό ή κεντροαριστερό) είναι κομβικός. Αλλά σήμερα το «κέντρο» δεν είναι αρεστό – διεθνώς. Και απουσιάζει τραγικά.

Η χώρα μας πορεύτηκε δεκαετίες τώρα πάνω σε ένα ιδιότυπο μοντέλο ελεύθερης οικονομίας με έντονα όμως κρατικιστικά χαρακτηριστικά. Μια άτυπη σοβιετία της Δύσης. Η κυρίαρχη νοοτροπία δεν ήταν στο πλευρό του επιχειρείν, της πρωτοβουλίας αλλά της βολής – και αυτή τη βολή προσέφερε με προσλήψεις και μονιμοποιήσεις το κράτος, το οποίο όμως, ως γνωστόν, οι πάντες εχθρεύονταν.

Καθώς η έννοια του κέρδους στην Ελλάδα είναι στιγματισμένη, όχι μόνον ηθικά αλλά και ως πρακτική (θέλει κόπο, βλέπετε, για να βγάλεις κέρδος), το Δημόσιο και η μισθωτή εργασία έγιναν το «ελληνικό όνειρο». Για τον επιχειρηματία και τον ελεύθερο επαγγελματία γενικώς (όπως και για τους φρι λάνσερ της δημοσιογραφίας), το ελληνικό κράτος παρέμεινε εχθρικό.

Φυσικά και χρεοκοπήσαμε. Διότι υπηρετήσαμε μια χρεοκοπημένη ιδέα, το χρεοκοπημένο «ελληνικό όνειρο». Και παρά τη  χρεοκοπία  συνεχίζουμε  να το υποστηρίζουμε.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ