ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Φιλόδοξα σχέδια από τις μεγάλες πετρελαϊκές παρά τις περικοπές

RON BOUSSO / REUTERS

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΑΛΥΣΗ

Aνεξαρτήτως της πτώσης στις τιμές του αργού, των τεράστιων περικοπών στις δαπάνες, της απώλειας χιλιάδων θέσεων εργασίας, οι κορυφαίοι όμιλοι πετρελαίου και φυσικού αερίου σχεδιάζουν να παράγουν περισσότερο από ποτέ για κάποιο διάστημα. Αν και από τα μέσα του 2014 και μετά με την κατά το ήμισυ υποχώρηση της τιμής του αργού, τα έσοδά τους συρρικνώθηκαν ύστερα από χρόνια εντυπωσιακής αύξησης, η παραγωγή τους εξακολουθεί επίμονα να ενισχύεται. Αυτό συνδέεται με το ότι έργα, τα οποία είχαν πριν από λίγα χρόνια εγκριθεί, αρχίζουν πλέον να υλοποιούνται. Η συνολική παραγωγή στις επτά μεγαλύτερες εταιρείες του κόσμου προβλέπεται να αυξηθεί σχεδόν 9% το διάστημα από το 2015 έως το 2018, σύμφωνα με τους αναλυτές του κλάδου της ενέργειας.

Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν προσδοκίες ότι και οι τιμές του πετρελαίου θα παρουσιάσουν ανάκαμψη, οπότε με την υψηλότερη παραγωγή του εμπορεύματος θα παρατηρηθεί αύξηση ταμειακών ροών και διασφάλιση γενναιόδωρων μερισμάτων – σημειωτέον πως, διαρκούσης της εξασθένησης των τιμών, οι εταιρείες είχαν αναγκαστεί να καταφύγουν σε μεγάλο δανεισμό για να ανταποκριθούν σε αυτές τις ανάγκες. «Την προσεχή τριετία πολλά έργα θα τεθούν προς υλοποίηση και, κατά συνέπεια, θα συνεισφέρουν στις ταμειακές ροές και τελικώς στα μερίσματα», παρατηρεί η αναλύτρια στην Barclays, Λίντια Ρέινφορθ.

Αξίζει να αναφερθεί πως, παρά τη μείωση του αριθμού των νέων έργων που εγκρίνονται, οι όμιλοι πετρελαίου και φυσικού αερίου ολοκλήρωσαν κολοσσιαίες εξαγορές, όπως αυτές της πετρελαιοφόρου υπεράκτιας περιοχής της Νορβηγίας, Τζόχαν Σβέρντροπ, από τη Statoil, και την υπεράκτια Ζορ της Αιγύπτου από την Eni. Αλλες εταιρείες αποφάσισαν να αποκτήσουν ανταγωνίστριες επιχειρήσεις ή περιοχές με νέα παραγωγή, όπως η Royal Dutch Shell, η οποία απέκτησε φέτος τη μικρότερη BG Group έναντι 54 δισ. δολαρίων και η Exxon Mobil, η οποία έκανε επενδύσεις στην Παπούα Νέα Γουινέα και τη Μοζαμβίκη. Η Shell, ειδικά, εκτιμάται πως την επόμενη διετία θα εμφανίσει συγκριτικά με τις άλλες τη μεγαλύτερη αύξηση παραγωγής, κατά 8%, όπως εκτιμά η ΒΜΟ Capital Markets. Σύμφωνα με την ίδια πηγή, η παραγωγή δεν προβλέπεται να ελαττωθεί μετά το 2020, αντιθέτως ίσως θα συνεχίσει να αυξάνεται με συγκρατημένο ρυθμό, επειδή οι εταιρείες θα εξακολουθούν να προωθούν έργα αλλά πιο αργά. Λόγου χάριν, η γαλλική Total σχεδιάζει να υλοποιήσει τρία έργα έως το 2018: την εκμετάλλευση της υπεράκτιας περιοχής της Βραζιλίας με την επωνυμία «Λίμπρα», την ανίχνευση περιοχής στην Ουγκάντα και το σχέδιο υγροποιημένου φυσικού αερίου στην Παπούα Νέα Γουινέα, τα οποία και τα τρία θα αρχίσουν να αποδίδουν σε παραγωγή μετά το 2020. «Στον ορίζοντα αυτό δεν μπορούμε να προσβλέπουμε σε αύξηση παραγωγής του 5% - 10% των τελευταίων ετών, αλλά θα είμαστε πιο κοντά στο 1% - 2%», υπογραμμίζει η Μπρένταν Γουόρν της ΒΜΟ Capital Markets.

Αναφορικά, τώρα, με τις κεφαλαιακές δαπάνες, αυτές αναμένεται να ελαττωθούν από τα επίπεδα ρεκόρ των 220 δισ. δολαρίων το 2013 στα σχεδόν 140 δισ. δολάρια το 2017, προτού κάπως ανακάμψουν, σύμφωνα με την Barclays. Ωστόσο, οι εταιρείες έχουν μάθει να κάνουν περισσότερα με λιγότερα, αφότου περιέκοψαν δραστικά τις δαπάνες τους, καθώς και δεκάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας. Ταυτόχρονα, το κόστος παροχής υπηρεσιών, όπως η ενοικίαση πλατφόρμας εξόρυξης, έχει μειωθεί σημαντικά κατά την περίοδο κάμψης των τιμών του πετρελαίου. «Το 2017 θα είναι μια καλή χρονιά για τους πετρελαϊκούς ομίλους, οι οποίοι χρειάστηκαν δύο με τρία χρόνια για να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα των χαμηλότερων τιμών, ενώ οι πρωτοβουλίες για αποτελεσματικότερη διαχείριση και λειτουργία, οι οποίες εφαρμόστηκαν πρόσφατα, θα δείξουν τον αντίκτυπό τους του χρόνου με την έναρξη έργων και τη βελτίωση της ρευστότητας», υπογράμμισε η κ. Ρέινφορθ. Η ανθεκτικότητα αυτή, τέλος, οφείλεται κυρίως στα νέα έργα φυσικού αερίου, τα οποία προωθούνται. Οι όμιλοι του κλάδου μετακινούνται σταδιακά προς αυτόν τον λιγότερο ρυπογόνο υδρογονάνθρακα – εκτιμάται, άλλωστε, ότι ολοένα και περισσότερο τις επόμενες δεκαετίες αυτός θα αντικαθιστά τη ζήτηση για πετρέλαιο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ