ΒΙΒΛΙΟ

Διαδρομές στη «σκοτεινή» Ρώμη

ΝΙΚΟΣ ΔΑΒΒΕΤΑΣ

Το πάρκο της Βίλας της Σαβοΐας (νυν Βίλα Αντα) στη Ρώμη. Εδώ, ο Μουσολίνι συνελήφθη το 1943.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΒΙΡΤΖΙΝΙΑ ΜΠΕΪΛΙ
Ενα πρωί, νωρίς
μτφρ.: Μαρία Αγγελίδου
εκδ. Ικαρος, σελ. 446

Του ΝΙΚΟΥ ΔΑΒΒΕΤΑ

Περιγράφοντας μία από τις πιο σκοτεινές ιστορικές περιόδους της Ιταλίας, από τη συνθηκολόγησή της με τους Συμμάχους (Σεπτέμβριος του 1943) και την κατάληψή της από τα γερμανικά στρατεύματα έως την απελευθέρωση από τους Αμερικανούς, στο δεύτερο μόλις μυθιστόρημά της, η Βρετανίδα συγγραφέας Βιρτζίνια Μπέιλι γνώρισε απρόσμενα την εκδοτική επιτυχία και είδε το έργο της να παραμένει για μήνες στη λίστα με τα best seller των Sunday Times.

Η Μπέιλι δεν ανήκει στο λεγόμενο «νέο ρεύμα» των Βρετανών συγγραφέων (Κόου, Μακ Γιούαν, Ισιγκούρο κ.ά.) αλλά στην άτυπη σχολή των Αγγλοσαξόνων δημιουργών που αρέσκονται στο να χτίζουν τις μυθιστορίες τους σε συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο και να ερευνούν σε βάθος την εποχή, τα ήθη και τις επιπτώσεις τους στις μελλοντικές γενιές. Ετσι, το «Ενα πρωί, νωρίς» μπορεί να έχει ως σημείο εκκίνησης μια καθημαγμένη από τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο χώρα και την εμβληματική πρωτεύουσά της, ωστόσο οι διαδρομές των ηρώων του απλώνονται σχεδόν σε πέντε δεκαετίες, ενώ ο καθαρός χρόνος της τριτοπρόσωπης αφήγησης πατάει εναλλάξ σε δύο έτη, 1943 και 1973.

Η ιστορία αρχίζει στη Ρώμη τον Οκτώβριο του ’43, όταν οι Γερμανοί αποφασίζουν να μεταφέρουν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης τους Ιταλοεβραίους που μέχρι τότε είχαν εξαιρεθεί από τους εκτοπισμούς. Η Κιάρα Ραβέλο, κεντρική ηρωίδα του μυθιστορήματος, θα βρεθεί εντελώς τυχαία εκείνο το πρωινό στην είσοδο του γκέτο και θα δει τα Ες Ες να στοιβάζουν στα φορτηγά τις πρώτες οικογένειες. Μια μητέρα για να σώσει τον επτάχρονο γιο της θα τον πετάξει από το φορτηγό στην αγκαλιά της Κιάρα, που παρακολουθεί άναυδη τη σκηνή. Το μόνο που θα προφτάσει να της πει είναι ότι ονομάζεται Ντανιέλε Λεβί. Ετσι, η νεαρή Ρωμαία βρίσκεται από τη μια στιγμή στην άλλη κηδεμόνας ενός κυνηγημένου Εβραιόπουλου. Η συγκατοίκηση είναι από την αρχή δύσκολη, τόσο γιατί ο μικρός Ντανιέλε αντιδρά σε κάθε της πρωτοβουλία, όσο και γιατί η Κιάρα φροντίζει παράλληλα και την επιληπτική αδελφή της.

Οι τρεις τους θα περάσουν μαζί τους κρίσιμους μήνες της γερμανικής κατοχής καταφεύγοντας στο πατρικό κτήμα στα περίχωρα της Ρώμης, όταν όμως χρειαστεί να διαλέξει ανάμεσα στη σωτηρία της άρρωστης αδελφή της ή του Ντανιέλε, η Κιάρα δεν θα διστάσει να εγκαταλείψει την πρώτη για χάρη του δεύτερου. Εχει γίνει μητέρα χωρίς να συλλάβει, δίχως να γεννήσει, μονάχα με τη θέλησή της –από μια τραγική ώθηση μάλλον– και αυτό τη φορτώνει περισσότερες ευθύνες, την καθιστά υπόλογη για το μέλλον του απέναντι σε Θεό και ανθρώπους. Ισως η μεταπολεμική στάση της να διαμορφώνεται πάνω σε αυτήν τη συνθήκη: είναι διαρκώς υποχωρητική απέναντι στις απαιτήσεις του, στη νεανική του παραβατικότητα, στα ασύστολα ψέματά του, γιατί ο Ντανιέλε δεν είναι το συνηθισμένο «αγγελούδι» που θα της χάριζε ο Θεός, αλλά ο «πεπτωκώς άγγελος», που αντλεί δύναμη από τους δαίμονές του και παραμένει «απρόσωπος» μέσα στη βία που γεννά. Γι’ αυτό και μετά την περιπέτειά του με τα ναρκωτικά τον παραδίδει στα χέρια της Καθολικής Εκκλησίας και τελικά τα ίχνη του χάνονται στα μέσα της δεκαετίας του εξήντα.

Η παράλληλη αφήγηση που ξεκινά το 1973 μάς παρουσιάζει τη ζωή της κόρης του Ντανιέλε –της έφηβης Μαρίας– από τη στιγμή που θα πληροφορηθεί τη δική της υιοθεσία στην Αγγλία, ώς το ταξίδι της στη Ρώμη, τη φιλοξενία της από την Κιάρα και την ανακάλυψη της πατρικής –εβραϊκής– ρίζας. Καρπός αθέμιτης εγκυμοσύνης η Μαρία, θα αντιμετωπίσει και αυτή, όπως ο πατέρας της, προβλήματα ταυτότητας, στόχου ζωής, αν-αίσθητης ύπαρξης, αλλά θα τα ξεπεράσει με έναν τρόπο διόλου πειστικό λογοτεχνικά.

Τόνος ανεμελιάς

Χωρίς να αποφύγει κάποιες μελοδραματικές πινελιές, η συγγραφέας μοιάζει περιέργως να πατάει καλύτερα αφηγηματικά στα χρόνια της Κατοχής από ό,τι στα μεταπολεμικά. Δυστυχώς, πολλές περιγραφές της Ρώμης του 1973 θυμίζουν καρτ ποστάλ και η συγκλονιστική επικαιρότητα της εποχής του «ιστορικού συμβιβασμού» στη γείτονα χώρα δίνεται άχρωμα, σχεδόν με έναν τόνο ανεμελιάς. Ομως αυτή η εμμονή στο σκηνικό της Αιώνιας Πόλης για κάποιους άλλους βιβλιόφιλους θα αποτελέσει στοιχείο αναγνωστικής απόλαυσης. Οι εξαντλητικές περιγραφές των μικρών καφέ, των δρόμων, των περίτεχνων ναών με τα αριστουργήματα της Αναγέννησης, η πολύβουη καθημερινότητα της αγοράς συνιστούν από μόνα τους συστατικά της «ρωμαϊκής άνοιξης», που όλοι κάποτε αγαπήσαμε.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ