ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Παραισθήσεις, φόβοι, όνειρα στον φακό

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΣΑΝΟΥΔΟΥ

«Υπήρχε μόνο χορτάρι. Δεν μπορούσα να το καταπιώ, αλλά ανάγκασα τον εαυτό μου να το κάνει μπροστά στα παιδιά...».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μολονότι σπούδασε λογιστική, ο Ομάρ Ιμάμ άρχισε να ασχολείται συστηματικά με την ασπρόμαυρη φωτογραφία και τον κινηματογράφο το 2003. Ως το 2012, οπότε αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Δαμασκό, μετά την απαγωγή και τον βασανισμό του, είχε αναπτύξει ένα εντελώς προσωπικό, σκοτεινό και συγχρόνως χιουμοριστικό ύφος, το οποίο ο Αμερικανός καλλιτέχνης Ερικ Γκότεσμαν περιγράφει ως «ουμανιστικό σουρεαλισμό». Αν και κατάφερε να δραπετεύσει από την εμπόλεμη Συρία, να εγκατασταθεί στη Βηρυτό και να κάνει το όνομά του γνωστό στην Ευρώπη και την Αμερική, ο 37χρονος σήμερα φωτογράφος αρνείται να αποστασιοποιηθεί από την πραγματικότητα που εξακολουθούν να βιώνουν οι συμπατριώτες του. Aρχικά δούλεψε ως εθελοντής σε έναν καταυλισμό στην Κοιλάδα Μπεκάα του Λιβάνου, όμως τον ενοχλούσε ο τρόπος με τον οποίο οι πρόσφυγες «φωτογραφίζονταν υπερβολικά συχνά», αλλά σπάνια αντιμετωπίζονταν ως άνθρωποι. Σταδιακά αφοσιώθηκε σχεδόν αποκλειστικά στη δημιουργία έργων εμπνευσμένων από τα τραυματικά βιώματα των προσφύγων. Στόχος του είναι να τους παρουσιάσει ως πραγματικά ανθρώπινα όντα και όχι ως «καρικατούρες» ή σύμβολα, όπως συχνά παρουσιάζονται στα ΜΜΕ ή την τέχνη.

Στην ενότητα «Live, Love, Refugee», που δημιουργήθηκε στο πλαίσιο του προγράμματος «Arab Documentary Photography» με την υποστήριξη του Ιδρύματος Magnum και έχει αναρτηθεί ολόκληρη στην ιστοσελίδα arabdocphotography.org, ο Ομάρ Ιμάμ εργάστηκε με Σύρους πρόσφυγες σε καταυλισμούς του Λιβάνου. Στόχος του ήταν να αναδείξει όχι τόσο τις εξωτερικές συνθήκες διαβίωσής τους, αλλά κυρίως την ψυχική τους κατάσταση, καθώς καλούνται να επιβιώσουν σε ένα αφιλόξενο περιβάλλον με νωπές ακόμη τις μνήμες του πολέμου. Τους ζήτησε να μοιραστούν μαζί του τις ιστορίες, τις σκέψεις και τις ελπίδες τους και στη συνέχεια να ποζάρουν για μία σειρά στυλιζαρισμένων, σκοτεινά ειρωνικών φωτογραφιών, πολύ διαφορετικών από τις στερεοτυπικές απεικονίσεις των προσφύγων. «Ηθελα να αντικαταστήσω τα νούμερα, τις εκθέσεις και τις στατιστικές με παραισθήσεις, φόβους και όνειρα», αναφέρει μιλώντας στο περιοδικό Hyperallergic. «Θέλω να διαλύσω τις προσδοκίες του κοινού και να του προσφέρω ερωτήσεις αντί για απαντήσεις».

Τα πορτρέτα συνοδεύονται από σύντομες φράσεις των απεικονιζομένων: «Θέλω να γίνω δράκος και να κάψω τις μαντίλες και ό,τι άλλο υπάρχει μέσα σε αυτή τη σκηνή», δηλώνει μία εμφανώς οργισμένη μαντιλοφορεμένη νεαρή γυναίκα, στην πλάτη της οποίας έχουν «φυτρώσει» φτερά δράκου και είναι έτοιμη να εκδικηθεί αυτούς που την κακοποίησαν σεξουαλικά. «Στον Λίβανο, βρισκόμουν συνέχεια σε πολύ μικρούς χώρους. Τώρα αρχίζω να αγχώνομαι όταν βρίσκομαι σε έναν ανοικτό χώρο», αναφέρεται κάτω από τη φωτογραφία ενός ζευγαριού, το οποίο απεικονίζεται στριμωγμένο μέσα σε ένα χαρτόκουτο με φόντο ένα ερημικό τοπίο. «Υπήρχε μόνο χορτάρι. Δεν μπορούσα να το καταπιώ, αλλά ανάγκασα τον εαυτό μου να το κάνει μπροστά στα παιδιά για να το δεχθούν ως τροφή», είναι η μαρτυρία μιας μάνας που απεικονίζεται καθισμένη σε ένα στρωμένο τραπέζι καθώς ένας νεαρός της σερβίρει ένα «πιάτο» γρασίδι. Το συνεργατικό αυτό πρότζεκτ λειτούργησε ως «μιας μορφής κάθαρση», εξηγεί ο καλλιτέχνης.

Πραγματικά γεγονότα

Παρά τη διάθεση αστεϊσμού, οι εικόνες της ενότητας «στοιχειώνουν» τον θεατή, γιατί τα γεγονότα που αναπαράγουν συνέβησαν πραγματικά. «Φοβήθηκα όταν επικράτησε ησυχία, όταν άρχισαν να ελέγχουν ποιος είχε σκοτωθεί και ποιος τραυματίστηκε. Ενιωθα πιο ασφαλής εν μέσω των πυροβολισμών. Οταν ήταν ήσυχα, προτιμούσα να τραγουδάω ή να ακούω μουσική», εξομολογείται η γυναίκα που στέκεται φορώντας ακουστικά μπροστά από μία σειρά λευκές σκηνές. «Η γυναίκα μου είναι τυφλή... Της αφηγούμαι τι συμβαίνει στις αγαπημένες της τηλεοπτικές σειρές και καμιά φορά αλλάζω το σενάριο για να δημιουργήσω πιο ευχάριστη ατμόσφαιρα», παραδέχεται ο άντρας με τη στολή του μάγου, κρατώντας το μπαστούνι της γυναίκας του σαν μαγικό ραβδί.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ