ΒΙΒΛΙΟ

Η πολυτάραχη ζωή του Μάρκες σε κόμικς

ΣΠΥΡΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Oscar Pantoja, Miguel Bustos, Felipe Camargo Rojas, Tatiana Cordoba
Γκάμπο. Οι αναμνήσεις
μιας μαγικής ζωής
μτφρ.: Κλαίτη Σωτηριάδου
εκδ. Ικαρος, σελ. 180

«Πολλά χρόνια αργότερα, μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα ο συνταγματάρχης Αουρελιάνο Μπουενδία θα θυμόταν εκείνο το απόμακρο απόγευμα όταν ο πατέρας του τον πήγε να γνωρίσει τον πάγο». Είναι η διάσημη φράση, με την οποία ξεκινάει το εμβληματικό μυθιστόρημα «Εκατό χρόνια μοναξιά» του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Σύμφωνα με το graphic novel «Γκάμπο», η φράση αυτή ήρθε στον νου του Κολομβιανού συγγραφέα ως διά μαγείας, όταν οδηγούσε στον αυτοκινητόδρομο του Ακαπούλκο το 1965. Ηταν αυτός, η γυναίκα του Μερσέδες και τα δύο τους παιδιά στο αυτοκίνητο. Πήγαιναν διακοπές στη θάλασσα. Τότε αναμνήσεις ξύπνησαν από τα παιδικά χρόνια του Μάρκες και άρχισαν να τον τυλίγουν. Ακουσε τον τόνο της φωνής του παππού του και της γιαγιάς του όταν ήταν παιδί και του διηγούνταν ιστορίες.

Θυμήθηκε ένα κείμενο που έγραφε από τα δεκαεννιά του και το ονόμαζε «Το Σπίτι», μια ιστορία στην οποία είχε κολλήσει. «Το Σπίτι είναι το μυστικό. Αυτό είναι ο πυρήνας», αναφωνεί ο Μάρκες στο κόμικς και αναφέρεται στο σπίτι τον παππούδων του. Από την παραλία τα μαζεύουν και φεύγουν, με παρότρυνση της Μερσέδες: «Αυτό που πρέπει να κάνεις είναι να καθίσεις να γράφεις». Στην επιστροφή ο Μάρκες έχει τύψεις που δεν χάρηκαν τις διακοπές τα παιδιά: «Είναι άδικο αυτό που κάνω». «Αδικο θα ήταν αν δεν το έκανες», απαντάει η γυναίκα του. Πίσω στην Πόλη του Μεξικού ο Μάρκες κλείνεται στο γραφείο του. Δεκαοχτώ μήνες αργότερα έχει ολοκληρώσει το βιβλίο: «Εκατό χρόνια μοναξιά».

Ο Μάρκες (1927-2014) ήταν μία από τις σπουδαιότερες φυσιογνωμίες της ισπανόφωνης λογοτεχνίας, ένας μεγάλος εκφραστής της. Την πολυτάραχη ζωή του δεν έπαψε να τη διακατέχει μια ακόρεστη δίψα να γράφει ιστορίες. Αυτή τη ζωή λοιπόν, τη γεμάτη έντονες εμπειρίες και ατελείωτες λογοτεχνικές αναζητήσεις, εξιστόρησαν με τη μορφή κόμικς ο σεναριογράφος Oscar Pantoja και οι εικονογράφοι Miguel Bustos, Felipe Camargo Rojas και Tatiana Cordoba. Οι συντελεστές διάβασαν βιογραφίες, άρθρα και σημειώσεις, μελέτησαν βέβαια και το «Ζω για να τη διηγούμαι», την αυτοβιογραφία του Μάρκες, και προχώρησαν σε ένα σενάριο ουσιώδες, χορταστικό, με πολλές πληροφορίες και σε μια πλοκή με συνεχείς χρονικές ακροβασίες. Οι «αναμνήσεις μιας μαγικής ζωής», όπως είναι ο υπότιτλος του βιβλίου, ανακατεύονται και τοποθετούνται με τρόπο που προκαλούν έντονα κοντράστ καταστάσεων και συναισθημάτων.

Ιλιγγιώδεις εναλλαγές στον χρόνο και στον τόπο, περάσματα από το ίδιο το βίωμα, στον τρόπο που αυτό αποτυπώθηκε στο χαρτί και πάλι πίσω στο παρελθόν, στον νεαρό Μάρκες, για να γνωρίσουμε νέες πτυχές του, κι άλλες εμπειρίες του, για να δούμε πώς κυοφορήθηκαν τα μυθιστορήματά του.

Με τους τρεις εικονογράφους να ακολουθούν καθαρές και λιτές γραμμές, αυστηρά ορθογωνισμένα καρέ, αρχιτεκτονική συμμετρία και ξεχωριστή απόχρωση για κάθε κεφάλαιο και τον σεναριογράφο να επιλέγει πυκνές περιγραφές και φράσεις συχνά φορτισμένες με συναισθηματισμό, γνωρίζουμε για τη γέννηση του Γκάμπο το 1927 στην Αρακατάκα της Κολομβίας και τον βλέπουμε να μεγαλώνει με τη γιαγιά του και τον παππού του, τον συνταγματάρχη, που τον παίρνει μαζί του σε βόλτες στο μικρό χωριό και του αφηγείται διάφορες ιστορίες, κάποιες από αυτές από τον εμφύλιο πόλεμο των Χιλίων Ημερών, όπου ο παππούς του πολέμησε με το κόμμα των φιλελεύθερων ενάντια σε αυτό των συντηρητικών. Τα όσα είδε σε αυτές τις βόλτες και τα όσα άκουσε να του λέει ο παππούς του θα γίνουν πρώτη ύλη. Θα γίνουν τα θεμέλια για το Μακόντο, το φανταστικό χωριό όπου διαδραματίζονται τα «Εκατό χρόνια μοναξιά».

Στα καρέ του κόμικς παρατηρούμε τον Μάρκες να παθιάζεται με συγγραφείς, να εντυπωσιάζεται με τη «Μεταμόρφωση» του Κάφκα, να επηρεάζεται από το «Φως τον Αύγουστο» του Φόκνερ. Στα πρώτα χρόνια της ενηλικίωσής του τα βγάζει πέρα δύσκολα οικονομικά. Δουλεύει ως δημοσιογράφος, ταξιδεύει στην Ευρώπη, μαγεύεται από τον κινηματογράφο. Γνωρίζει τη γυναίκα του: η Μερσέδες είναι ο έρωτας της ζωής του.

Η γυναίκα του τον στηρίζει στην προσπάθειά του να γράφει. Ολοκληρώνει το χειρόγραφο του «Εκατό χρόνια μοναξιά» και όταν έρχεται η ώρα να το στείλουν σε κάποιον εκδότη, το ζυγίζουν στο ταχυδρομείο και τα λεφτά δεν φτάνουν, και έτσι στέλνουν σε πρώτη φάση όσες σελίδες τους επιτρέπουν τα χρήματά τους. Και όταν επιτέλους το βιβλίο αυτό εκδίδεται, ο Μάρκες αναγνωρίζεται. Ο μαγικός του ρεαλισμός, αυτός που επιτρέπει στην ωραία Ρεμέδιος να ανέρχεται στους ουρανούς, σαγηνεύει.

Χρόνια αργότερα, όταν του αποδίδεται το Νομπέλ, σε μία από τις ελάχιστες ολοσέλιδες εικόνες του graphic novel, θα σταθεί μπροστά στον παππού του – οι δυο τους μακριά από τον αχό της δεξίωσης που γίνεται προς τιμήν του. Θα σηκώσει το χέρι και θα του πει: «Ευχαριστώ, Συνταγματάρχη! Ευχαριστώ, παππού!» Και γύρω από τον ένστολο παππού θα φτερουγίζουν πεταλούδες.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ