ΒΙΒΛΙΟ

Οι υψηλοί Γάλλοι φιλοξενούμενοι

ΣΙΣΣΥ ΑΛΩΝΙΣΤΙΩΤΟΥ

Ο πύργος Ζιγκμαρίνγκεν, στη Νοτιοδυτική Γερμανία, όπου «φιλοξενήθηκαν» τα κορυφαία στελέχη της γαλλικής κυβέρνησης του Βισί.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

PIERRE ASSOULINE
Ενας πύργος στη Γερμανία,
Ζιγκμαρίνγκεν
μτφρ.: Μαρίζα Ντεκάστρο
εκδ. Πόλις

8 Σεπτεμβρίου 1944: ο Χίτλερ έχει ήδη δώσει εντολή να μετεγκατασταθεί η γαλλική «κυβέρνηση του Βισί» στην πριγκιπική κατοικία ενός από τους τρεις κλάδους του βασιλικού οίκου των Χοεντζόλερν, στον πύργο Ζιγκμαρίνγκεν, στη Νοτιοδυτική Γερμανία. Ο στρατάρχης Πετέν, ο Πιερ Λαβάλ, ο Μπρινόν, ο Μαρσέλ Ντεά, οι κορυφές της συνεργαζόμενης κυβέρνησης μαζί με τα υψηλά στελέχη, τις συζύγους, το υπηρετικό προσωπικό, τις ερωμένες, βρίσκονται να συγκατοικούν στα 300 δωμάτια του χιλιετούς πύργου. Παρά την εντυπωσιακή άνεση του χώρου, δεν ήταν μια εύκολη συγκατοίκηση.

Ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Πιερ Ασουλίν, όπως και στο βιβλίο του «Ξενοδοχείο Lutetia» (εκδ. Πόλις), δημιουργεί ένα μυθιστόρημα βασιζόμενος εξ ολοκλήρου στην πραγματική ιστορία. Τίποτα δεν είναι επινοημένο και ταυτόχρονα είναι όλα μυθιστορία. Αφηγητής ορίζεται από τον συγγραφέα ο Γιούλιους Στάιν (υπήρξε και λεγόταν Ελκερ), επικεφαλής οικονόμος του πύργου. Είναι ο άνθρωπος που δίνει την υπόσχεση στον πρίγκιπά του να υπηρετήσει τους «νέους κυρίους» με υπευθυνότητα και αξιοπιστία, όπως ακριβώς υπηρετούσε μέχρι τότε την πριγκιπική οικογένεια.

Με τις συνεχείς αναφορές στην αξία που έχει για τον υπηρέτη η τυφλή υπακοή στον κανόνα τον οποίο θέτει ο κύριός του, ο Ασουλίν δημιουργεί τη μεταφορά εκείνη που θέλει για να αποκαλυφθεί στον αναγνώστη το στερεότυπο της γερμανικής υπακοής. Τις τελευταίες στιγμές μόνο, η γερμανική συνείδηση του υπηρέτη θα έρθει αντιμέτωπη με την αντίληψη των ορίων εκείνων που πρέπει να οδηγήσουν στην ανυπακοή και στην ανάληψη ατομικής ευθύνης.

Οι φιλοξενούμενοι βέβαια, στους οποίους προσφέρει τις υπηρεσίες του, δεν έχουν καμία σχέση με την παλιά γερμανική αλλά αντιναζιστική οικογένεια. Είναι άνθρωποι που στήριξαν τους ναζί, ο καθένας για τους δικούς του λόγους, και που την ώρα της ολοφάνερης ήττας αντιδρούν, λίγο έως πολύ παράλογα, με απόλυτη άρνηση της πραγματικότητας: ο Πετέν είναι θυμωμένος επειδή θεωρεί εαυτόν αιχμάλωτο των Γερμανών αφού εγκατέλειψε το Βισί διά της βίας, η ομάδα των φανατικών φιλοναζιστών συσκέπτεται καθημερινώς με στόχο να ανατρέψει την κατάσταση και να αναλάβει τη διακυβέρνηση της Γαλλίας, μια σύζυγος υπουργού κλέβει μαχαιροπίρουνα με το οικόσημο των Χοεντζόλερν. Τσακώνονται και υπονομεύουν συνεχώς ο ένας τον άλλον. Ολα αυτά στην, ομώνυμη του πύργου, μικρή πόλη Ζιγκμαρίνγκεν που βιώνει το χάος των τελευταίων ημερών του πολέμου κάπως παράξενα: έχει υποδεχθεί Γερμανούς που καταφεύγουν στο μικρό πριγκιπάτο προκειμένου να γλιτώσουν από τους βομβαρδισμούς των Συμμάχων στις πόλεις τους, αλλά έχει γεμίσει και από Γάλλους συνεργάτες κάθε είδους που φυσικά δεν μένουν στον πύργο αλλά αναζητούν κατάλυμα, φαγητό και γενική περίθαλψη.

Ενας μακρύς κατάλογος Γάλλων διανοουμένων, οι οποίοι στήριξαν με άρθρα, περιοδικά και βιβλία τους ναζιστές, συνωστίζονται σε δυο-τρία «στέκια» αναζητώντας το κλίμα των γαλλικών καφέ.

Ανάμεσά τους, ο γιατρός και γνωστός συγγραφέας Λουί-Φερντινάν Σελίν φαίνεται να υπηρετεί το πεπρωμένο του με τον καλύτερο τρόπο και με πλήρη συνείδηση: «Μια φορά που είχε πέσει σκοτάδι στην πόλη, κοίταζα το πάρκο από ένα παράθυρο του πύργου», λέει ο αφηγητής. «Καθόταν σ’ ένα παγκάκι κρατώντας τον γάτο του από ένα σχοινάκι που του είχε δέσει στο κολάρο. Με τους αγκώνες στα γόνατα, με το πρόσωπο σκυμμένο, μιλούσε στο ζώο που τον άκουγε προσεκτικά. Την επομένη τον συνάντησα στον πύργο όπου ήταν καλεσμένος για φαγητό. Οδηγώντας τον στον όροφο της τραπεζαρίας, του θύμισα τη σκηνή που με είχε ξαφνιάσει και συγκινήσει, και πήρα το θάρρος να προσθέσω:

“Λοιπόν, γιατρέ, πάντα μόνος;”.

“Προπονούμαι στον θάνατο”, μου αποκρίθηκε στη στιγμή».

Η περίπτωση Σελίν

Σε συνέντευξή του στη Sabine Audrerie, ο Ασουλίν αναφέρεται στην περίπτωση του Σελίν λέγοντας ότι πούλησε τον χρυσό που είχε στην κατοχή του προκειμένου να αγοράσει φάρμακα για περίπου 2.000 ανθρώπους, που φρόντιζε ο ίδιος στην πόλη του Ζιγκμαρίνγκεν όπου θέριζαν η πείνα, το κρύο και οι επιδημίες.

Φρόντιζε όλους τους φτωχούς, Γερμανούς και Γάλλους, και δεν εγκατέλειψε τον γάτο του, τον Μπεμπέρ, ούτε όταν με την οριστική ήττα της Γερμανίας έπρεπε να φύγουν με το τρένο, λίγο πριν οι Αμερικανοί κόψουν τις γραμμές. Δεν έπαψε ποτέ, όμως, να είναι ένας γερμανόφιλος αντισημίτης.

Ενας άνθρωπος ευφυής, δοτικός και ταλαντούχος που θαύμασε τους Γερμανούς για τους λάθος λόγους. Οπως χαρακτηριστικά λέει ένας δευτεραγωνιστής στο βιβλίο για αυτούς που κατέφθασαν στο Ζιγκμαρίνγκεν « [...] είναι πιο φασίστες από τους περισσότερους Γερμανούς σε τούτη την πόλη.

Είναι δυνατόν να φαντάζονται πως θα τους υποδεχόμασταν εδώ ως μάρτυρες και ήρωες τη στιγμή που ο ίδιος ο γερμανικός λαός πιστεύει πως είναι μάρτυρας και ήρωας; [...] χρειάστηκε να στείλουν τους αθλιότερους Γάλλους, Γάλλους γερμανόφιλους με τη χειρότερη έννοια του όρου, γιατί δεν υπάρχει χειρότερο από αυτό που νομίζουν ότι αγαπούν σ’ εμάς. Την καταραμένη πλευρά μας, τη συλλογική τρέλα μας...».

Οι διανοούμενοι

Με τα μέτρα που πήραν οι Γερμανοί κατακτητές, οι περισσότεροι εκδότες, συγγραφείς, αρθρογράφοι, καλλιτέχνες βρέθηκαν γρήγορα σε έντονα συγκρουσιακές καταστάσεις: με τον εαυτό τους, τους άλλους, τις Αρχές, τους φίλους τους. Παντού, αλλά ιδιαίτερα στη Γαλλία, όπου είχε συγκεντρωθεί μέγιστο δυναμικό διανοουμένων, οι ιστορίες αντίστασης και δωσιλογισμού είναι ατελείωτες. Φαίνεται πως οι περισσότεροι εκδότες –εκτός από τους Εβραίους οι οποίοι εξαφανίστηκαν εντελώς– ακολούθησαν την ενδιάμεση τακτική: υποχωρήσεις, βοήθεια προς τους διαφωνούντες χωρίς να διακινδυνεύουν την ύπαρξή τους, φυσική και εκδοτική, συνεργασίες με τους Γερμανούς όπου και όσο γινόταν πιο ανώδυνες. Σε αυτήν την ενδιάμεση περίπτωση ανήκει μάλλον και ο οίκος Gaston GalliΩmard, από τον οποίο εκδόθηκε πρωτοτύπως αυτό το βιβλίο του Πιερ Ασουλίν. Από τις εκδόσεις ΚΑΠΟΝ κυκλοφορεί το βιβλίο του Νταν Φρανκ όπου περιγράφονται όλες οι «περιπέτειες» της γαλλικής διανόησης εκείνα τα χρόνια.

Από την πριγκιπική κατοικία των Χοεντζόλερν, στο εκτελεστικό απόσπασμα

Φιλίπ Πετέν: Ο στρατάρχης, ήρωας του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, έγινε ο πρόεδρος της, συνεργαζόμενης με τους Γερμανούς, κυβέρνησης του Βισί. Κρίθηκε ένοχος για εσχάτη προδοσία, καταδικάστηκε σε θάνατο, η περιουσία του δημεύθηκε, η ποινή δεν εφαρμόστηκε λόγω της ηλικίας του, φυλακίστηκε στο φρούριο Σιταντέλ όπου και πέθανε το 1951 σε ηλικία 95 ετών.

Πιερ Λαβάλ: Νομικός, πολιτικός και επιχειρηματίας ήταν ο πρωθυπουργός της κυβέρνησης του Βισί. Μετά την ήττα του Αξονα κατέφυγε στη Βαρκελώνη, όπου και κατόπιν εντολής του Φράνκο τέθηκε σε τρίμηνο περιορισμό. Στη συνέχεια παραδόθηκε στις γαλλικές αρχές, καταδικάστηκε στις 9 Οκτωβρίου 1945 σε θάνατο για εσχάτη προδοσία και εκτελέστηκε στις 15 του ίδιου μήνα, αφού προσπάθησε ανεπιτυχώς να αυτοκτονήσει παίρνοντας κυάνιο.

Φερνάν ντε Μπρινόν: Ενθουσιώδης υποστηρικτής των ναζί, αν και παντρεμένος με Εβραία, εκλήθη από τον Λαβάλ να αναλάβει τη σύσφιγξη των πολιτιστικών δεσμών με τη Γερμανία, όπερ και έκανε. Ο στρατάρχης τού απένειμε τον τίτλο του «Γραμματέα του κράτους». Είχε τουλάχιστον πέντε κατ’ ιδίαν συναντήσεις με τον Χίτλερ μεταξύ 1933 και 1937. Οι Ελβετοί αρνήθηκαν να του δώσουν άσυλο, παραδόθηκε στους Αμερικανούς τον Μάιο του 1945, καταδικάστηκε και εκτελέστηκε ένα μήνα αργότερα στο φρούριο του Μονρούζ.

Οι Ζοζέφ Νταρνάν (ουσιαστικά ο αρχηγός της Μιλίς, της γαλλικής Γκεστάπο) και Ζαν Λισέρ είχαν την ίδια τύχη. Οι Αμπέλ Μπονάρ, Μαρσέλ Ντεά, Εζέν Μπριντού, Λισιέν Ραμπατέ, αν και καταδικασμένοι από τα γαλλικά δικαστήρια, βρήκαν βοήθεια είτε από τον Φράνκο είτε από τους Ιταλούς καθολικούς και τελικώς πέθαναν στα σπίτια τους.
Λουί Φερντινάν Σελίν: Κατέφυγε στη Δανία. Οι Αρχές αρνήθηκαν να τον παραδώσουν στους Γάλλους, τον φυλάκισαν για ένα χρόνο και του επέτρεψαν στη συνέχεια να ζήσει ελεύθερος στο σπίτι του δικηγόρου του.

Η Γαλλία τον καταδίκασε ερήμην σε ένα χρόνο φυλακή. Επέστρεψε με την αμνηστία του 1951 και το 1957, ο Γκαστόν Γκαλιμάρ εξέδωσε το μυθιστόρημά του «Απ’ τον ένα πύργο στον άλλον», το οποίο είναι αφιερωμένο στην παραμονή του στο Ζιγκμαρίνγκεν. Πέθανε στο σπίτι του το 1961.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ