ΒΙΒΛΙΟ

«Η Πάραλος», εμπνευσμένη από την 11η Σεπτεμβρίου

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

(Στην Τέσση Λ.)

«Εν δε ταις Αθήναις της Παράλου αφικομένης νυκτός ελέγετο η συμφορά, και οιμωγή εκ του Πειραιώς διά των μακρών τειχών εις άστυ διήκεν, ο έτερος τω ετέρω παραγγέλλων· ώστ’ εκείνης της νυκτός ουδείς εκοιμήθη, ου μόνον τους απολωλότας πενθούντες, αλλά πολύ μάλλον έτι αυτοί εαυτούς, πείσεσθαι νομίζοντες οία εποίησαν Μηλίους τε Λακεδαιμονίων αποίκους όντας, κρατήσαντες πολιορκία, και Ιστιαιέας και Σκιωναίους και Τορωναίους και Αιγινήτας και άλλους πολλούς των Ελλήνων» (Ξενοφώντος Ελληνικά Β1§3)

Ηταν ολοζώντανες οι τεράστιες γαρίδες. Και σαλεύανε μες σε πιατέλες από πορσελάνη. Σηκώνονταν οι δαγκάνες έτοιμες ν’ αρπάξουνε και να στραγγαλίσουνε… Και πιάνανε αέρα.

Τι ανακούφιση να ξεφεύγεις. Να μην έχεις κανένα, ούτε τον ελάχιστο φόβο, πως θα τυλιχτεί γύρω στο λαιμό σου, πως θα σε πνίξει το μισοβρασμένο ψαρικό. Να ξέρεις ότι σε λίγο θα το φας εσύ, και θα φτύσεις τα τσόφλια του. Θα τα φτύνεις μαζί με τους άλλους συνδαιτημόνες, και θα γελάτε ταυτόχρονα, με γέλια κατσαρά. Με γέλια κατσαρά και βροντερά.

Το βράδυ της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001, βρισκόμαστε στο πολυτελές Lycabetus Hotel. Ηταν η ετήσια δεξίωση της Εταιρείας Συγγραφέων. Η ατμόσφαιρα γιορτινή. Χλαλοή και ήχοι από κρύσταλλα.

Αλλά την διέκοψε τη γιορτή ο πρόεδρος της Εταιρείας. Χτυπούσε επίμονα ένα μαχαίρι στα πιατικά προτού μας μιλήσει για το κακό.

Καταδίκασε με οργή τους δολοφόνους κι αναφέρθηκε στην καθημερινή ζωή μας, ότι δεν θα ήταν πια η ίδια. Γιατί ούτε έναν καφέ δεν θα μπορούσαμε να πίνουμε έξω αμέριμνοι.
Μιλούσε για τον απόλυτο φόβο, που θα κυριαρχούσε πάνω στον πολιτισμένο κόσμο.

Ηταν μεγάλος ο θυμός του. Τέτοιο το πάθος του, ώστε κατόρθωσε να αφυπνήσει σ’ όλους εκείνους τους ανθρώπους οι οποίοι ένα μόλις λεπτό πριν έδειχναν χαρούμενοι, την απαίσια αίσθηση του φόβου. Ξύπνησε κι ο δικός μου και μ’ έσερνε, όπως έκανε πάντα, προς την παραθαλάσσια κωμόπολη των παιδικών μου χρόνων.

Βγάζανε από τα πριάρια, τις μακρόστενες ξύλινες βάρκες χωρίς καρένα, σωρούς τις γαρίδες οι ψαράδες. Και τις χύνανε από ψηλά στις ψαροκασέλες.

Οι γαρίδες ανοιγοκλείνανε νωχελικά τις δαγκάνες τους, ψάχνοντας να φτάσουν εμένα. Εφευγα γρήγορα μακριά. Εβρισκα τον υπόγειο κρυψώνα μου. Εκεί λούφαζα ώρες, μαζεμένος κουβάρι.

Πράγμα ανεξήγητο όμως, αυτή τη φορά βρέθηκα σε μέρη άγνωστα. Μέσα σε πόλεις σκοτεινές. Πόλεις που θύμιζαν τη Βαγδάτη, το Χαλέπι ή την Καμπούλ. Κι έτρεχα σαν τρελός. Ενα μικρό παιδί, ένα μουσουλμανάκι.

Γιατί από ψηλά βομβάρδιζαν τα αεροπλάνα του εχθρού.

Νάχουνε σκεπάσει τον ήλιο, να κατακρημνίζουν, δύο-δύο, τις παλιές πολυκατοικίες, να γίνονται οι συνοικίες σωρός από ερείπια, να γεμίζει ο τόπος από άκρου σ’ άκρον στάχτες, και καπνούς. Οταν δεν άντεχα άλλο να τρέχω, έπεσα αποκαμωμένος στο μώλο, πλάι στη δική μου θάλασσα. Ημουνα τώρα σχεδόν ένας γέρος, κι έβλεπα πάλι τις γαρίδες. Σπαρταρούσανε ομαδικά έξω από το νερό.

Εβλεπα τις γαρίδες που δεν ήθελαν να ξεψυχήσουν και να παραδοθούν προτού μ’ αρπάξουν απ’ το λαιμό, προτού με πνίξουν και μ’ εκδικηθούν. Τις έβλεπα να με πλησιάζουν όλες μαζί.

Πάσχιζα τότε απεγνωσμένα, να βρω και να μάθω, εκείνη ακριβώς τη στιγμή, πώς τις λένε τις γαρίδες στο Ιράκ. Πώς στη Συρία και πώς στο Αφγανιστάν. Σπάραζα να φανταστώ ποια ονομασία τους δίνουν. Ηξερα πως μόνο έτσι θα γλίτωνα.

Γιατί κι εμείς, στην Αμφιλοχία, τις λέμε με άλλο όνομα τις γαρίδες. Τις λέμε γάμπαρες…

(Αυτές έχουνε πολύ μακριά μουστάκια και δεν είναι κόκκινες, είναι σκουρόχρωμες, σα μαυριδερές. Μερικοί μάλιστα ισχυρίζονται ότι πετάνε πάνω από τα κύματα. Το ρύγχος τους προεξέχει, αρκετά μπροστά από τα μάτια, η ράχη τους είναι γεμάτη χρωματιστές ρίγες, ρίγες ιδιαιτέρως έντονες, όταν ο βυθός στον οποίο ζουν είναι βραχώδης, ή καλυμμένος με ποσειδωνία. Ενα ανθοφόρο φυτό, ένα φύκι που φυτρώνει και στις αμμώδεις ερήμους της βόρειας Αφρικής.)

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ