ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ Μ. ΤΣΙΛΙΩΤΗΣ*

Η ιστορία των χαμένων αναθεωρήσεων

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Πριν από μερικές δεκαετίες και όταν το Κυπριακό ήταν σε έξαρση, ο αείμνηστος Ευάγγελος Αβέρωφ είχε γράψει ένα βιβλίο με τίτλο «Ιστορία χαμένων ευκαιριών». Παρακολουθώντας τη συζήτηση σε επίπεδο πολιτικής πρακτικής και επιστήμης του Συνταγματικού Δικαίου για την ανάγκη μιας ευρείας και ουσιαστικής αναθεώρησης του Συντάγματος που έχει αρχίσει από το 2006 αλλά δεν έχει δώσει μέχρι τώρα κανένα καρπό, πλην της κατάργησης του επαγγελματικού ασυμβίβαστου των βουλευτών με τη μηδαμινής νομικοπολιτικής σημασίας αναθεώρηση του 2008, μπορούμε να παραφράσουμε αυτόν τον τίτλο σε «Ιστορία των χαμένων αναθεωρήσεων». Γιατί χαμένη αναθεώρηση ήταν η αναθεώρηση του 2008, χαμένη αναθεώρηση ήταν η πρόταση της Ν.Δ τον Ιούλιο του 2011 ως αξιωματικής αντιπολίτευσης και τον Δεκέμβριο του 2014, παραμονές της πρόωρης διάλυσης της Βουλής, ως κυβέρνησης, για μία αναθεώρηση ενός ευρέος φάσματος διατάξεων του Συντάγματος, σε χαμένη αναθεώρηση θα οδηγήσει πολύ πιθανόν και η παρούσα συζήτηση την οποία ξεκίνησε ο σημερινός αρχηγός της Ν.Δ με την εκλογή του στην ηγεσία· συνέχισαν κι άλλα κόμματα της ελάσσονος αντιπολίτευσης, κυρίως το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι, και εσχάτως συμμετέχει σε αυτήν δυναμικά και το κυβερνητικό κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ με την πρόταση των 5 αξόνων, που κατέθεσε το καλοκαίρι. Ο λόγος είναι απλά ότι δεν υπάρχει η απαιτούμενη από το Σύνταγμα συναίνεση για την επίτευξη ενός τέτοιου υψίστης νομικοπολιτικής σημασίας διαβήματος. Αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από την ανάγνωση του άρθρου 110 παρ. 2-6 Σ, που περιέχει τη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος και προβλέπει αυξημένες πλειοψηφίες και μάλιστα σε δύο κοινοβουλευτικές περιόδους και τη μελέτη των προτάσεων των κομμάτων, από τις οποίες διαφαίνεται ότι είναι πολύ δύσκολο να επιτευχθεί η συναίνεση αυτή για μία ευρεία αναθεώρηση μεταξύ των κυβερνητικών και των αντιπολιτευόμενων κομμάτων, πλην κάποιων επιμέρους διατάξεων. Επιπλέον, ο τρόπος δημόσιας διαβούλευσης που επέλεξε η κυβέρνηση με κατάληξη τη διεξαγωγή ενός συμβουλευτικού (και αντισυνταγματικού κατά κυρίαρχη άποψη στη θεωρία του Συνταγματικού Δικαίου) δημοψηφίσματος με χρονικό καταληκτικό ορίζοντα την άνοιξη του 2017, δεν διευκολύνει τη διεξαγωγή ενός γόνιμου νομικοπολιτικού διαλόγου για την υλοποίηση μιας εκτενούς και ουσιαστικής αναθεώρησης του Συντάγματος. Η διαφορά μεταξύ της πρότασης των 5 αξόνων που κατέθεσε πρόσφατα η κυβέρνηση και της πρότασης των 9 σημείων που κατέθεσε πριν από μερικούς μήνες η Ν.Δ είναι κατά βάση στη φιλοσοφία. Η μεν Ν.Δ δίνει έμφαση στον αναπτυξιακό χαρακτήρα της αναθεώρησης, προτείνοντας τομές σε θέματα της ιδιωτικής ανώτατης εκπαίδευσης, στο περιβάλλον, στη δημόσια διοίκηση και στην οικονομία, αντίθετα ο ΣΥΡΙΖΑ ρίχνει το κέντρο βάρους της πρότασής του στην καθιέρωση αμεσοδημοκρατικών θεσμών, στον περιορισμό της θητείας πρωθυπουργού και βουλευτών, στην αναμόρφωση των σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας και στην ενίσχυση των κοινωνικών δικαιωμάτων. Παρ’ όλα αυτά, διαβάζοντας προσεκτικά τις προτάσεις των δύο κομμάτων, μπορεί κάποιος να βρει κατ’ αρχήν συγκλίσεις, τις οποίες τα επιτελεία τους μπορούν να εξειδικεύσουν.

Οι συγκλίσεις αυτές αφορούν την αναθεώρηση της διάταξης του άρθρου 32 παρ. 4 Σ, που προβλέπει την υποχρεωτική διάλυση της Βουλής σε περίπτωση που η τελευταία δεν εκλέξει ΠτΔ μετά την τρίτη ψηφοφορία, την κατ’ αρχήν ενίσχυση των αρμοδιοτήτων του ΠτΔ, την αναθεώρηση του άρθρου 86 Σ για την ποινική ευθύνη των υπουργών, του άρθρου 62 Σ για τις βουλευτικές ασυλίες και τον περιορισμό των περιπτώσεων πρόωρης διάλυσης της Βουλής με την εισαγωγή του θεσμού της «εποικοδομητικής» πρότασης δυσπιστίας.

Εάν οι ιδεολογικές διαφορές των κομμάτων είναι τόσο μεγάλες, που δεν τους επιτρέπουν να συμφωνήσουν με αμοιβαίες παραχωρήσεις σε μία ευρεία αναθεώρηση του Συντάγματος, ας συμφωνήσουν τουλάχιστον σε κάποια βασικά σημεία, στα οποία όπως διαφαίνεται από τις προτάσεις τους κατ’ αρχήν συμφωνούν. Με την απαραίτητη προϋπόθεση να συμφωνήσουν και στην αναθεώρηση του άρθρου 110 παρ. 2-6 Σ, ούτως ώστε η διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος, χωρίς να αποβάλει τον χαρακτήρα της αυστηρότητας του Καταστατικού Χάρτη, να γίνει πιο ευέλικτη, χρονικά και διαδικαστικά και να μην περιμένουμε κάθε φορά 10, 15 ή και 20 χρόνια για να αναθεωρηθούν θεσμοί και διατάξεις που κρίνεται επιβεβλημένο να αλλάξουν. Διαφορετικά, άλλη μία ευκαιρία θα πάει χαμένη και θα προστεθεί στις τόσες άλλες του παρελθόντος με αποκλειστική ευθύνη του πολιτικού συστήματος, κυρίως της σημερινής κυβερνητικής πλειοψηφίας.

*Επίκουρος Καθηγητής Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, δικηγόρος, αναπληρωματικό μέλος Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ