Κώστας Καλλίτσης ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΛΛΙΤΣΗΣ

Το χρέος, η ανεργία και η μπάλα στις κερκίδες

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΑΛΥΣΗ

Περισσότερα από 13 τρισ. δολάρια έχουν τοποθετηθεί σε τίτλους με αρνητικά επιτόκια στις διεθνείς αγορές. Με άλλα λόγια, πολλοί διαχειριστές κεφαλαίων πληρώνουν τόκο για να δανείσουν κράτη. Ωστόσο, η πλημμυρίδα κεφαλαίων που περιφέρεται στην υδρόγειο αναζητώντας τοποθετήσεις δεν αγγίζει καν την Ελλάδα, παρότι οι αποδόσεις που προσφέρει είναι εξαιρετικά υψηλές. Αν ρωτήσετε κάποιο dealing room ελληνικής τράπεζας ή τους διαχειριστές του δημοσίου χρέους, θα σας πουν ότι οι ξένοι δεν αγγίζουν ούτε τα 3μηνα έντοκα γραμμάτια του Δημοσίου ούτε τα ομόλογά του – αν και οι υψηλές αποδόσεις τους συγκρίνονται με τις αποδόσεις που προσφέρουν Ουκρανία, Ν. Αφρική, Μογγολία.

Γιατί αυτά τα κεφάλαια δεν πλησιάζουν την Ελλάδα; Διότι δεν την εμπιστεύονται. Φέτος το καλοκαίρι, αρμόδιοι υπουργοί είχαν ιδίαν εμπειρία: ένας ισχυρός επενδυτικός οργανισμός που εμπλέκεται με την Ελλάδα, η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης (EBRD), με βάση τις εκτιμήσεις όλων των οίκων αξιολόγησης κατάρτισε μια «κλίμακα εμπιστοσύνης», από το 1 (άριστα) έως το 8 (το χειρότερο). Τους εξήγησε, λοιπόν, γιατί η Κύπρος παίρνει 6, οι Βουλγαρία και FYROM 5,7 και η Ρουμανία 5, ενώ η Ελλάδα κατατάσσεται στο 7,3 –μαζί με Ουκρανία, Μολδαβία, και Τατζικιστάν. Τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στους υπουργούς αποτύπωναν ένα αχανές έλλειμμα εμπιστοσύνης.

Αν αυτό το έλλειμμα αποτρέπει τους βραχυπρόθεσμους ξένους επενδυτές να τοποθετηθούν σε ελληνικά χαρτιά (έντοκα, ομόλογα, μετοχές) από τα οποία, σε τελευταία ανάλυση, σχετικά γρήγορα μπορούν να απαλλαγούν αν διαβλέψουν κίνδυνο, εύκολα γίνεται κατανοητό ότι δεν μπορούμε να προσδοκούμε να έρθουν στη χώρα ξένοι μακροπρόθεσμοι επενδυτές. Μοναδική (πολύ κακή…) εξαίρεση, τα λίγες εκατοντάδες εκατομμύρια που μπήκαν από δύο hedge funds, με στόχο (και την πρώτη-φορά-αριστερή-κυβέρνηση ως παρατηρητή...) να βάλουν στο χέρι ελληνικές τράπεζες, για να διαχειριστούν το ύψους εκατοντάδων δισ. ευρώ ενεργητικό τους και, ειδικά, έναν κρυμμένο θησαυρό, γνωστότερο ως «κόκκινα» επιχειρηματικά δάνεια.

Αν, λοιπόν, διστάζει να έρθει το λεγόμενο «τουριστικό» κεφάλαιο, πόσο πιθανό είναι να έρθουν κεφάλαια που θα ζητήσουν μόνιμη εγκατάσταση, δηλαδή θα κάνουν μακροχρόνιες επενδύσεις, που θα αυξήσουν τον παραγόμενο πλούτο και θα δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας; Ελάχιστες. Ωστόσο, χωρίς τέτοια κεφάλαια, στις σημερινές συνθήκες της ελληνικής οικονομίας, διατηρήσιμη ανάπτυξη δεν είναι εφικτή. Δεν είναι εκτίμηση, η πραγματικότητα το επιβεβαιώνει.

Είναι φενάκη ότι η ρύθμιση του χρέους θα λύσει το πρόβλημα. Αν έστω αύριο αποφασιζόταν η περαιτέρω επιμήκυνσή του με ένα χαμηλό επιτόκιο, δεν θα ανατρεπόταν η εικόνα. Ηδη, άλλωστε, με το δάνειο που πήραμε με το τρίτο μνημόνιο, αποπληρώνουμε το ακριβότερο και βραχύτερο δάνειο του πρώτου μνημονίου με νέο δάνειο, μεγαλύτερης διάρκειας και μικρότερου επιτοκίου – περί ρύθμισης πρόκειται. Και οι ισχυρισμοί της αντιπολίτευσης, ότι φορτωθήκαμε με νέα δάνεια παρότι μένουμε σε μνημόνιο, δεν είναι σωστοί: γιατί (α) το 2015 θα υπογράφαμε νέο μνημόνιο, έστω για να πάρουμε πιστωτική γραμμή και να βγούμε στις αγορές, και (β) αν βγαίναμε στις αγορές έστω στην κατάσταση που βρισκόμασταν –προ της θύελλας 2015–, θα έπρεπε να πληρώνουμε επιτόκια υψηλότερα από αυτά που πληρώνουμε σήμερα. Αυτή είναι η αλήθεια.

Η μονιμότερη ρύθμιση του χρέους βεβαίως θα άρει έναν σημαντικό παράγοντα αβεβαιότητας. Θα παραμένουν όλοι οι άλλοι. Και όσο η κυβέρνηση επικεντρώνεται αποκλειστικά στη ρύθμιση του χρέους χωρίς να αντιμετωπίζει «όλους τους άλλους», πετάει την μπάλα στην κερκίδα. Με αποτέλεσμα, παρότι εφαρμόζει με πρωτόγνωρη για τα ελληνικά δεδομένα συνέπεια τη συμφωνία που υπέγραψε με την τρόικα, η χώρα να μην εισπράττει τις εξ αυτού θετικές συνέπειες: ξένα κεφάλαια δεν πλησιάζουν (άλλωστε, τα λίγα που τολμούν, το μισό υπουργικό συμβούλιο τα καθυβρίζει και κλαίει και οδύρεται επειδή ήρθαν…), η φτωχοποίηση μεγάλου μέρους του ελληνικού λαού συνεχίζεται, η στρατιά των ηττημένων διευρύνεται, η ανεργία παραμένει σε αβάσταχτα επίπεδα, η κατανάλωση συρρικνώνεται, η εμπιστοσύνη στην πολιτική, στη δημοκρατία και στην Ευρώπη διαβρώνεται.

Γιατί, λοιπόν, να έρθουν ξένα μακροπρόθεσμα ιδιωτικά κεφάλαια; Θα επισημάνω ένα «απλό» θέμα: ύστερα από ενάμιση χρόνο, η κυβέρνηση δεν διαθέτει μια κάποια συγκεκριμένη αναπτυξιακή πολιτική. Ακόμα κι αν αύριο έρθει ένας ξένος επενδυτής και πει «θέλω να επενδύσω 1 δισ. ευρώ, έχετε να μου προτείνετε κάτι;», δεν έχει να του προτείνει τίποτα. Γιατί δεν υπάρχει σχέδιο. Δεν υπάρχει, φοβούμαι, ούτε μια σχετικά σοβαρή προετοιμασία για τη κατάρτισή του. Το μόνο που, αν δεν κάνω λάθος, υπάρχει, είναι μια γενικόλογη έκθεση παλιών ιδεών σε νέο περιτύλιγμα, με τον βαρύγδουπο τίτλο «Αναπτυξιακή Στρατηγική για την Ελληνική Οικονομία». Απόδειξη, λες, της ένδειας πολιτικής. Επιβεβαίωση του πόσο λανθασμένα έχουν τεθεί οι προτεραιότητες. Ή, με άλλα λόγια, πόσο στραβά αρμενίζουμε.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ